Ενα online Μυθιστόρημα, Νίκος Χατζόπουλος

Ενα online Μυθιστόρημα, Νίκος Χατζόπουλος.

Το παρόν μυθιστόρημα απευθύνεται σε ενηλίκους και απαγορεύεται η ανάγνωση του σε άτομα κάτω των 18 ετών.

Ως μυθιστόρημα:

1) Κάθε πρόσωπο και συμβάν είναι στη σφαίρα της φαντασίας και κάθε σχέση με πραγματικά πρόσωπα και συμβάντα είναι συμπτωματική.

2) Ότι γράφεται εντός ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας και δεν πρέπει να λαμβάνεται ως γεγονός , συμβουλή,παραίνεση (κτλ.)

της πραγματικότητας .

3) Απαγορεύεται:

α) η αναδημοσίευση μέρους ή ολόκληρου του κείμενου χωρίς την απαραίτητη αναφορά στο όνομα του συγγραφέα.

β) η χρησιμοποίηση μερών ή ολόκληρου του κείμενου για εμπορικούς ή διαφημιστικούς σκοπούς.


Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

6) Τζέι

Ξύπνησα κατά τις εννιά το πρωί από παιδικές φωνές. Βγήκα στον κήπο και είδα τα παιδάκια του κοντινού σχολείου που περνούσαν από τον κεντρικό δρόμο πηγαίνοντας εκδρομή . Μερικά χοροπηδούσαν, μερικά μιλούσαν, άλλα γελούσαν. Ποιος δε θα ζήλευε ένα παιδί που πηγαίνει εκδρομή; Μια στιγμή παιδικής ευτυχίας δε φτάνει όλη την ευτυχία μιας ολόκληρης ενήλικης ζωής. Συχνά βλέπω κάτι όνειρα πως είμαι παιδί και παίζω. Παίζω με μια βαθιά χαρά που σου τρυπάει τα στήθια. Λες και ανοίγει μια χαραμάδα στο ηλιακό πλέγμα και ξεχειλίζει φως. Καθώς ξυπνάω μου έχει μείνει η γεύση από αυτήν την ευτυχία. Μια ευτυχία πολύ διαφορετική από αυτήν που έχω ως ενήλικας. Η ίδια έννοια, ο ίδιος άνθρωπος αλλά άλλο συναίσθημα, λες και μου γλίστρησε από τα χέρια και έπεσε στις λάσπες.
Έφτιαξα έναν καφέ, έκατσα στον κήπο και παρατήρησα λίγο ακόμη τα παιδάκια. Στον απέναντι τοίχο είχε ζωγραφίσει κάποιος πρόσφατα με σπρέι και στένσιλ έναν τύπο με μανδύα, ανέμελα μαλλιά και μούσια που τον κυνηγούσε ένας δεινόσαυρος. Δεν ήταν άσχημο. Τελείωσα τον καφέ και μπήκα να κλειστώ πάλι μέσα στο σπίτι, άνοιξα την τηλεόραση και έκατσα μπροστά στον υπολογιστή. Ένας ειδήμονας προπαγανδιστής, μεσήλικας, με σμικτά χείλη και κοστουμάκι, μιλούσε σε μια πρωινή εκπομπή και έλεγε ότι το ιντερνέτ είναι σατανικό και θέλει πολύ προσοχή. «Προστατεύστε τα παιδιά σας! Ουυυυ!» Φώναζε με την τρεμουλιαστή φωνή του. Οι παρουσιαστές τον έπαιρναν πραγματικά στα σοβαρά και έδειχναν κάτι στοιχεία για το πόσες ώρες περνούν οι νέοι στο ιντερνέτ και πόσο εθισμένοι είναι.
«Ουστ!» τους φώναξα και άλλαξα σε ένα κανάλι με βίντεο κλιπ.
Τσέκαρα τα μέιλ και βρήκα ένα πρωινό μέιλ από τη Τζούντι. Φαίνεται πως είχε ξυπνήσει νωρίς σήμερα. «Τι κάνεις;» Με ρωτούσε. «Πως πέρασες εχθές; Βγήκες;»
Δεν απάντησα αλλά έκανα log in και την βρήκα μέσα στο τσατ. Η επαρχιακή πόλη που σπούδαζε απείχε καμιά 500 χιλιόμετρα από μένα. Βάλαμε κάμερες, τα είπαμε κανένα δίωρο φλερτάραμε και γελάσαμε. Ύστερα μου είπε ότι έπρεπε να πάει σε ένα σπίτι με τις συμφοιτήτριες της. Θα μαζευόντουσαν 5 κορίτσια θα αγοράζανε πάστες , θα νοικιάζανε μια αισθηματική ταινία και θα μιλούσαν για αγόρια. Ύστερα θα πηγαίναν σε μια πορεία. Δεν ακουγόταν κακό αν ήσουν μια δεκαεννιάχρονη φοιτήτρια. Πάστες, αγόρια και επανάσταση. Υποσχεθήκαμε ο ένας στον άλλον παντοτινή αγάπη και στείλαμε φιλιά. Σκέφτηκα το χάσμα των γενεών και πείνασα. Έφτιαξα τηγανητά αυγά με λίγο τυρί και κοιμήθηκα για μεσημέρι.


Σήμερα στις δώδεκα το βράδυ είναι η λήξη της προθεσμίας για το διαγωνισμό διηγήματος. Έπρεπε να γράψω ένα διήγημα περίπου στις 1000 λέξεις και να το στείλω. Σε ένα μοβ χαρτονένιο φάκελο παρατούσα διάφορα χαζό-διηγήματα που έγραφα.
Πρόσεξα σε ένα χαρτί μια ιστορία που λεγόταν ο Τζέι. Την διάβασα και την ξαναδιάβασα. Με μερικές μεταβολές, διορθώσεις και μια μικρή επιμήκυνση ίσως είχε πιθανότητα να σταθεί σε ένα διαγωνισμό με θέμα το κρασί. Άνοιξα ένα καταχωνιασμένο ξηρό κόκκινο κρασί της γιαγιάς και ασχολήθηκα κανένα τετράωρο με την ιστορία. Έγραψα τέλος, την ξαναδιάβασα, απογοητεύτηκα, πρόσθεσα μερικές βρισιές και πήρα τηλέφωνο τον Μάνο να έρθει από το σπίτι να πιούμε καφέ.




Για τον διαγωνισμό διηγήματος με θέμα το κρασί.

Τίτλος: Ο Τζέι δεν μπορεί να δουλέψει πίνοντας κρασί.

O ήχος που κουδουνίζει το παλιό μαύρο τηλέφωνο φαίνεται πως αλλάζει ανάλογα με τις προσδοκίες αυτού που τηλεφωνεί. Καθώς ο Τζέι σήκωνε το ακουστικό το είχε μετανιώσει ήδη. Από την άλλη άκρη της γραμμής άκουσε πρώτα να ανάβει ένας αναπτήρας και μετά το φύσημα του καπνού. “Στις εννιά να είσαι εκεί” του είπε ο άλλος και το έκλεισε.
Δεν είχε σταματήσει να ψιχαλίζει εδώ και τρεις μέρες και οι πρόβες του σαξοφωνίστα στο διπλανό διαμέρισμα δεν βοηθούσαν καθόλου. Ο Τζέι άναψε ένα τσιγάρο και κοίταξε από το θολό παράθυρο. Η νέον καλλιγραφική μονοκοντυλιά του απέναντι θλιβερού ξενοδοχείου αντανακλούσε στον βρεγμένο δρόμο. Η Τζέλα, μια από τις πουτάνες της γειτονιάς, μια μοντέρνα σειρήνα με κρυμμένα τα γαμψά της νύχια, μόλις είχε βγει για πιάτσα περπατώντας αργά και αποφεύγοντας τις λακκούβες. Ένας τύπος διαγώνια στον πρώτο όροφο με λευκή τιραντένια φανέλα και χαρακωμένο μούτρο πέταξε το πιάτο του στα ντουλάπια της κουζίνας και φαινόταν να ουρλιάζει βρισιές σε κάποιον που παλιά αγαπούσε.
Χτύπησε η πόρτα. Ο Τζέι δεν περίμενε κανέναν κι όταν δεν περιμένεις κανέναν αποκλείεται ένα χτύπημα στη πόρτα να είναι για καλό. Ξεκλείδωσε προσπαθώντας να υπολογίσει πόσο κοστίζουν τα τρία ενοίκια.
Γεια σου Τζέι. Δε με περίμενες;”, του είπε Λόνα και έβαλε το μακρύ τσιγάρο της στα χείλη. Αυτός άφησε ανοιχτή την πόρτα και ξαναπήγε στο παράθυρο. “ Δε θα μου πεις να περάσω;”
Άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω του και τα τακουνιά της να χτυπάνε στο σανιδένιο πάτωμα. Γύρισε να την κοιτάξει. Αυτή ήδη είχε κάτσει σταυροπόδι στον καναπέ και άφηνε δίπλα της το μικρο της τσαντάκι.
Σου έχω μια πρόταση Τζέι.”
Την τελευταία φορά που του το είχε πει αυτό, έκανε δυο χρόνια να ξεμπλέξει.
Πέρασε από μπροστά της απότομα, και άρχισε να χτυπά τον τοίχο με το εσωτερικό της γροθιάς.
Θα σκάσεις καμιά φορά!” Φώναξε.
Το σαξόφωνο σταμάτησε.
Η βροχή συνέχιζε και ο Τζέι το ήξερε ότι ήταν αδύναμος να αρνηθεί οτιδήποτε σε μια γυναίκα με τέτοια ζυγωματικά.
Λοιπόν;” Επέμεινε αυτή.
Πως με βρήκες;”
Δεν χρειάστηκε παραπάνω από ένα χαμόγελο στον μπαρ του γερο-Ματ”. Είπε η Λόνα και άλλαξε σταυροπόδι.
Αν έχει να κάνει με τον πρώην άντρα σου και τα καθάρματα του να το ξεχάσεις Λόνα, το ξέρεις καλά ότι δεν πρόκειται να ξαναμπλεχτώ με δαύτους”.
Όχι Τζέι δεν έχει να κάνει με αυτό. Και πίστεψε με ούτε αυτοί θέλουν να ασχοληθούν μαζί σου. Θέλω απλά να παρακολουθεις μια γυναίκα, εύκολη δουλειά” είπε η Λόνα κι έβγαλε ένα φάκελο από την τσάντα της. “Εδώ έχει μια φωτογραφία, τα στοιχειά της και αρκετά λεφτά για να πληρώνεις έξι μηνών ουίσκι.”
Τον κοίταξε χαμηλώνοντας τα βλέφαρα στα μεγάλα πράσινα μάτια της. “Λοιπόν; Να αφήσω τον φάκελο;”
Της έκανε ένα καταφατικό νεύμα. Η Μαίρη σηκώθηκε, τον πλησίασε αργά, σήκωσε το χέρι της και χάιδεψε ελάχιστα το αξύριστο μάγουλο του με το αντίστροφο από τα δάχτυλά της.
Αντίο Τζέι. Τηλεφώνησε μου”
Έγινε.”
Η Λόνα άνοιξε την πόρτα και κοντοστάθηκε.
Τζέι, να ξέρεις ότι εκείνους τους δυο μίση μήνες δεν θα τους ξεχάσω ποτέ.”
Έγινε”, επανέλαβε αυτός και κοίταξε πάλι από το παράθυρο.
Η πόρνη της γειτονιάς φαινόταν να ήταν έτοιμη να βγάλει το πρώτο μεροκάματο της ημέρας καθώς απομακρυνόταν αγκαζέ με έναν νεαρό ναύτη. Ο Τζέι τους παρατηρούσε καθώς εξαφανιζόντουσαν αργά πίσω από τους ατμούς ενός υπονόμου.
Η Λόνα κατάλαβε ότι δε θα έπαιρνε άλλη απάντηση και έφυγε κλείνοντας την πόρτα.
Ήπιε μια γουλιά ουίσκι και κοίταξε τον φάκελο που ήταν αφημένος στο τραπέζι. Ύστερα σχεδόν ασυναίσθητα έβαλε τα δάχτυλα του στο πίσω μέρος από το κεφάλι του και ψαχούλεψε τα ράμματα από τα χτύπημα που του είχαν καταφέρει οι μπράβοι του πρώην άντρα της. Ήταν ακόμα εκεί, ανάγλυφα και ζωντανά.
Άνοιξε τον φάκελο και μέτρησε τα λεφτά. Η φωτογραφία έδειχνε μια καλοζωισμένη γυναικά γύρω στα 60 που δεν του θύμιζε τίποτα, από πίσω είχε γραμμένα με στύλο ένα γυναικείο όνομα και μια διεύθυνση στα ακριβά προάστια της πόλης.
Σέρβιρε στον εαυτό του ακόμα ένα ποτήρι ουίσκι, άναψε ένα τσιγάρο και άνοιξε το ραδιόφωνο. Το ημισκότεινο δωμάτιο γέμισε με τους ήχους από μια ελαφρά σουίνκ- τζαζ μουσική. Η γλυκιά, ερωτική φωνή της τραγουδίστριας, επαναλάμβανε το ρεφρέν ανάμεσα στα χτυπήματα του κοντραμπάσο:
Ποιητές και κριτικοί
βαρετά σκύλας γεννήματα,
δώστε μου το κωλοβραβείο
να ταξιδέψω σε άλλα κλίματα”.

Σίγουρα κάτι βρομούσε σε αυτή την υπόθεση, σκέφτηκε ο Τζέι κοιτώντας την ροδισμένη στο φίλτρο γόπα που κειτόταν μέσα στο σταχτοδοχείο του. Τα λεφτά ήταν πολλά για μια απλή παρακολούθηση και όντως έφταναν για το ουίσκι μισού χρόνου. Βεβαία αν το γύριζε στο κρασί θα του έφταναν για το διπλάσιο ίσως και για το τριπλάσιο, αλλά πως μπορείς να παρακολουθεις κάποιον πίνοντας κρασί;

Τέλος



Μετά από κανένα μισάωρο ήρθε ο Μάνος. Του έφτιαξα καφέ με τα δυο φακελάκια που έφερε μαζί του. Ζάχαρη είχα αγοράσει. Του εξήγησα ότι είχα στείλει μια ιστορία σε διαγωνισμό. Άνοιξα το κείμενο στον υπολογιστή έβαλα να παίζει ένα κομμάτι με σαξόφωνο για να μπει στο κλίμα και τον ανάγκασα να το διαβάσει.
«Για πες...» του είπα όταν τέλειωσε και βολεύτηκε καλύτερα στη καρέκλα.
«Δεν είναι κακή, αλλά η Μαίρη πια είναι;»
«Ποια Μαίρη;»
«Εδώ λες Μαίρη».
«Α, την Λόνα στην αρχή την είχα Μαίρη. Καλά που το είδες. Θα το αλλάξω. Γενικά σου άρεσε;»
«Εκτός από το στιχάκι και ότι δεν έχει καμιά σχέση με το θέμα, όλα τα άλλα είναι Οκ».
«Ναι ε;»
«Ε αυτή είναι η προσωπική μου γνώμη. Τι να σου πω, μπορεί να αρέσει...»
«Θα δούμε».
«Εγώ λέω να μη το στείλεις. Τέλος πάντων ο άλλος τι κάνει δεν τον πήρες να έρθει για καφέ;» Όταν λέει ο άλλος εννοεί τον Λούη. Όταν είμαι με τον Λούη και λέμε ο άλλος, εννοούμε τον Μάνο. Είμαι σχεδόν σίγουρος όταν είναι οι δυο τους και λένε ο άλλος εννοούνε εμένα.
«Δεν τον πήρα μωρέ».
«Εντάξει, ασ’ τον, έτσι κι αλλιώς για λίγο θα κάτσω».
«Τι λέει άλλο εσύ; Πως τα πάτε με τη Ναυσικά;»
«Πως να τα πάμε; Εντάξει τα πάμε σε γενικές γραμμές, αλλά ξέρεις. Πολύ φτώχεια. Γκρινιάζει, θέλει να μείνουμε μαζί , αλλά που να νοικιάσεις ρε μαλάκα; Δε βγαίνουμε με τίποτα. Τι να κάνω δε ξέρω;»
«Κοίτα, τώρα που θα κερδίσω στο διαγωνισμό θα σας δώσω τα λεφτά να νοικιάσετε σπίτι».
«Έγινε».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου