Ενα online Μυθιστόρημα, Νίκος Χατζόπουλος

Ενα online Μυθιστόρημα, Νίκος Χατζόπουλος.

Το παρόν μυθιστόρημα απευθύνεται σε ενηλίκους και απαγορεύεται η ανάγνωση του σε άτομα κάτω των 18 ετών.

Ως μυθιστόρημα:

1) Κάθε πρόσωπο και συμβάν είναι στη σφαίρα της φαντασίας και κάθε σχέση με πραγματικά πρόσωπα και συμβάντα είναι συμπτωματική.

2) Ότι γράφεται εντός ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας και δεν πρέπει να λαμβάνεται ως γεγονός , συμβουλή,παραίνεση (κτλ.)

της πραγματικότητας .

3) Απαγορεύεται:

α) η αναδημοσίευση μέρους ή ολόκληρου του κείμενου χωρίς την απαραίτητη αναφορά στο όνομα του συγγραφέα.

β) η χρησιμοποίηση μερών ή ολόκληρου του κείμενου για εμπορικούς ή διαφημιστικούς σκοπούς.


Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

11) Στο Πανεπιστήμιο

Διάβαζα ένα βιβλίο αραχτός στο γραφείο όταν μπήκε ο Σωτήρης, ο συνομήλικος δουλευταράς, συνάδελφος.
«Ήρθα να πάρω κόλλες Α4», με πληροφόρησε. Ύστερα στάθηκε σαν καλόγερος που κρεμάμε τα παλτά και με παρατηρούσε που διάβαζα. Τον κοίταξα με την άκρη του ματιού μου. Αν φορούσα ένα καπέλο καβουράκι, θα το έβγαζα από το κεφάλι μου, θα το ζύγιζα στο χέρι μου, και θα το εκσφενδόνιζα με ένα στριφογυριστό τεχνικό τρόπο ώστε να σταθεί κατευθείαν στο αυτί του. Είμαι σίγουρος ότι σκεφτόταν να με επιπλήξει που η εταιρία με πληρώνει και εγώ κάθομαι και διαβάζω βιβλία.
Τελικά ρώτησε:
«Τι διαβάζεις;»
«Ανατολικά της Εδέμ», του έδειξα το εξώφυλλο.
«Α...»
«Το έχεις διαβάσει;»
«Ναι... παλιά», είπε.
Που σημαίνει ότι το έχω ακουστά το βιβλίο, αλλά για να μη φανώ χαζός και για να μη με ρωτήσει κανείς τι λέει. Διατείνομαι ότι το έχω διαβάσει παλιά. Ακούστηκε η φωνή του διευθυντή από το διάδρομο και κατάλαβα ότι κάπου θέλει να με στείλει.
«Συγγνώμη λίγο», απευθύνθηκα ευγενικά στον Σωτήρη και κατευθύνθηκα στο γραφείο του διευθυντή.
«Φυσικά, φυσικά», απάντησε ο Σωτήρης το ίδιο ευπροσήγορα πίσω από την πλάτη μου, όπως συνήθιζε.
«Θα πας με το μηχανάκι μέχρι το πανεπιστήμιο να δώσεις αυτά τα έγγραφα ε;» Με πρόσταξε ο διευθυντής βάζοντας και ένα ερωτηματικό “ε” τη τελευταία στιγμή.
«Μάλιστα», τον πλησίασα και πήρα από τα χέρια του τρεις φακέλους στο χρώμα του ίκτερου.
Με ευχαρίστησε.
Είναι ωραίο να σου λέει ευχαριστώ ο διευθυντής, σε κάνει να νιώθεις ότι δε του έχεις καμιά υποχρέωση, ακόμα και αν είναι αυτός που σου πληρώνει το ψωμι και την μπίρα.
«Κώστα!» Φώναξε καθώς πήγα να κατέβω το πρώτο σκαλί. Το ήξερα ότι φωνάζει εμένα. Όταν είχε πολλά στο κεφάλι του με φωνάζει με τον γνωστό του τόνο αλλά με ότι να ΄ναι όνομα. Ίσως το κάνει και επίτηδες για να μην ξεχνάω ότι δεν είμαι και κανένα σημαντικό πρόσωπο.
«Ναι», αντιφώναξα και γύρισα στο γραφείο του.
Κοίταξε τα χέρια μου. «Ναι. Τρεις φακέλους σου έδωσα έτσι;»
«Ναι»
«Καλά, πήγαινε- πήγαινε», με μάλωσε.

Στρίμωξα τους τρεις φακέλους μέσα στο μπουφάν μου για να μη μου πέσουν. Κουμπώθηκα μέχρι πάνω, και ξεκίνησα για τα πανεπιστήμια. Στο δρόμο έδωσα τέρμα γκάζια στο παπί έτσι για να ξεχαστώ. Στην πραγματικότητα δε ξεχάστηκα αλλά σκεφτόμουν αυτό που μου έτυχε εχθές. Αργά το βράδυ μου ήρθε όρεξη να φάω πατατάκια. Τώρα που δουλεύω και έχω λεφτά κάνω κάτι τέτοια. Τρώω πατατάκια ή όταν γυρνάω χαράματα αγοράζω μπουγάτσα και γάλα κακάο, ή ίσως κάποιο απόγευμα να μπω σε ένα άσχετο μπαρ και να παραγγείλω ένα ποτήρι ουίσκι. Κάνω μεγάλη ζωή δηλαδή. Εχθές το βράδυ είχα βγει να πάρω πατατάκια, μου άρεσε η ατμόσφαιρα και θέλησα να περπατήσω λίγο, να το δω και σαν βόλτα, έτσι δεν σταμάτησα στον πρώτο παντοπώλη που πηγαίνω ως συνήθως αλλά σε έναν άλλο σε μεγαλύτερη απόσταση. Ψώνισα και καθώς γυρνούσα, συνάντησα τον δικό μου παντοπώλη. Αυτός κάρφωσε το βλέμμα του στην ναύλον σακούλα μου με μίζερο βλέμμα. Με χαιρέτησε. Γενικά δε λέγαμε παραπάνω από ένα γεια αλλά φαινόταν πικραμένος σαν να τον απάτησα, λες και η σχέση μας ποτέ δε θα είναι η ίδια ξανά. Θα πάω να ψωνίσω από αυτόν σήμερα για να μη μου στεναχωριέται.
Έφτασα μετά από κανένα εικοσάλεπτο στα πανεπιστήμια. Πέρα δώθε τριγυρνούσαν φοιτητές. Πριν την είσοδο μου μοίρασαν κάθε λογής φυλλάδιο. Τα αρνήθηκα όλα αν και δε πρέπει, αλλά από το να τα πετάω καλύτερα να τα αρνηθώ. Αυτό κανονικά θα έπρεπε να το εφαρμόζω σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Πέρασα τη μεγάλη πύλη του πανεπιστήμιου.
Το γραφείο που έπρεπε να επισκεφτώ ήταν στον έκτο. Βρήκα το ασανσέρ κρυμμένο ανάμεσα σε άφησες για φοιτητικά πάρτι στα καλύτερα μπουζουκτζίδικα ή προτροπές σε πορείες. Περίμενα το ασανσέρ, είχε δύο κουμπιά, ένα με ένα βέλος που έδειχνε πάνω, και ένα που έδειχνε κάτω. Μέσα στην οθονίτσα ο θάλαμος φαινόταν να είναι στον 3ο . Αισθάνθηκα μια κοπέλα να στέκεται δίπλα μου. Σήκωσε το χέρι της και άρχισε να πατάει το κουμπί με το κάτω βέλος.
«Που πηγαίνετε ;» ρώτησα ευγενικά.
«Στο φιλολογικό στον 5ο»
«Τότε πρέπει να πατήσετε το κουμπί με το πάνω βέλος. Τα κουμπιά λειτουργούν ως να είμαστε εμείς τα υποκείμενα και όχι ο θάλαμος»
Το σκέφτηκε λίγο, μετά πέταξε ένα: «Μάλιστα..», και πάτησε μια φορά το πάνω κουμπί.
Περάσαμε μέσα στο θάλαμο. Την κοίταξα. Ήταν λεπτή, σκουροκάστανη με ίσια άβαφτα μαλλιά με μια φυσική χωρίστρα στη μέση. Είχε λεπτή μύτη, μαυρισμένο δέρμα και εξωτικά πράσινα μάτια. Πάτησα το V για αυτήν και το VI για μένα. Κοιταχτήκαμε καθώς ο ανελκυστήρας ετοιμαζόταν να μας εκτοξεύσει μακριά από τη γη ώστε συνεχίσουμε την πανσπερμία, τρακέρνοντας σε άλλους πλανήτες στην αιωνιότητα της συγκεκριμένης προσομοίωσης σύμπαντος.
Μου χαμογέλασε.
«Φιλοσοφία σπουδάζεις;» Πήρε την πρωτοβουλία να με ρωτήσει.
«Όχι», απάντησα ανταποδίδοντας το χαμόγελο.
«Θα μπορούσες», είπε.
«Για να πω την αλήθεια. Έχω κάνει κάτι εξάμηνα».
«Σπουδάζεις εδώ;»
«Όχι ήρθα να δώσω κάτι χαρτιά στη γραμματεία του ιστορικού».
«Στον 6ο είναι. Έχει πολλά γραφεία. Ξέρεις που να πας;»
«Όχι ακριβώς.».
«Θα σου δείξω εγώ», μου ξαναχαμογέλασε.
Η πόρτα άνοιξε στον πέμπτο.
«Από εδώ. Έλα πάμε με τις σκάλες. Ένας όροφος είναι». Περπάτησε μπροστά μου. Φυσικά όποιον αρσενικό ανθρωπίδα και να έπαιρνες στο πέρας της ιστορίας, από τον αυστραλοπίθηκο μέχρι τον χαιδελμπεργκένσις όλοι θα κοιτούσαν τον κώλο της. Έτσι έκανα κι εγώ. Αυτή, όπως και όλες οι αντίστοιχες θηλυκές προγονοί της, το ήξερε ότι κοιτούσα. Είχε ωραίο κώλο. Θα προσπαθούσα να την παρασύρω μέσα σε κανένα σπήλαιο ή πίσω από τίποτα θάμνους. Θα τις χάριζα λεπτά ξυλαράκια βουτηγμένα στο μεδούλι για να πάρουμε πρωτεΐνες που θα ανέπτυσαν τον εγκέφαλο μας μέχρι εκεί που δεν πάει, και μετά θα ενωνόμασταν. Θα ενωνόμασταν ξαπλωμένοι στη σπηλιά μας, τυλιγμένοι μέσα στις γούνες κάποιου άτυχου σέιμπερτουθ. Ύστερα από μερικούς μήνες θα έβγαινα με τα άλλα δορυφόρα αρσενικά να κυνηγάω μαμούθ για να ταΐσω το παιδί μας. Έτσι πάει.
Ανεβαίνοντας τις φαρδιές μαρμαρένιες σκάλες πήγα δίπλα της.
«Εσύ εδώ σπουδάζεις;»
«Όχι. Δηλαδή σπούδαζα εδώ δίπλα στο άλλο κτήριο Οικονομικά. Άλλα ο πατέρας μου είναι ο πρόεδρος εδώ της σχολής. Ήρθα να του δώσω κάτι».
«Ωραία», είπα και πέρασαν από το μυαλό μου δείπνα καταξιωμένων διανοουμένων, ιδιωτικά σχολεία, ταξίδια στο εξωτερικό, αυτοκινητάρες, βίλες και εξοχικά με γκαζόν.
«Να εδώ είναι», έδειξε μια ανοιχτή πόρτα με τρεις-τέσσερις φοιτητές που περίμεναν στη σειρά.
Την ευχαρίστησα, μου χαμογέλασε και έφυγε έτσι άπλα καταστρέφοντας το μέλλον της ανθρωπότητας. Το μέλλον του χόμο σάπιενς. Του χόμο σάπιενς που είναι το σημαντικότερο είδος στον πλανήτη μας , σύμφωνα πάντα με τον ίδιο.
Προσπέρασα πλαγιοπατώντας τους βρομοφοιτητές και έδωσα τους φακέλους σε μια κυριούλα μέσα στο γραφείο. Δεν ξέρω γιατί μισώ τους φοιτητές. Ίσως επειδή δε χρειάζεται να δουλεύουν. Ή ίσως επειδή είναι πολύ νέοι, συναναστρέφονται με πολύ νέους, ανταλλάσσουν χάδια στα νεανικά τους σώματα, παίζουν κάτι παιχνίδια που βάζουν κάτι ηλίθια χαρτάκια στο μέτωπο τους προσπαθώντας να βρουν ποιος είναι ο άλλος και δεν έχουν άλλες σκοτούρες στο κεφάλι τους εκτός από αυτά τα χαρτάκια.
Αποφάσισα να κατέβω από τις γλιστερές μαρμάρινες σκάλες του κτηρίου και στον 1ο όροφο εντόπισα την βιβλιοθήκη. Μου είχε γεννηθεί μια απορία όση ώρα κατέβαινα. Ποιο είναι το γενεαλογικό δέντρο του ανθρώπου; Κάπου είχα ακούσει λέει... ότι δεν έχουμε αποδείξεις ότι ο σάπιενς που είμαστε εμείς, προέρχεται πραγματικά από τον πίθηκο. Ο νεαντερντάλις ναι, αλλά για τον σάπιενς δεν έχουμε απτές αποδείξεις. Μπήκα στη βιβλιοθήκη. Ήταν αρκετά μεγάλη, ντυμένη παντού με σκουρόχρωμο ξύλο όπως άλλωστε θα έπρεπε να είναι μια βιβλιοθήκη. Διάφοροι νέοι έψαχναν βιβλία και άλλοι καθόταν σε άνετες καρεκλίτσες και μελετούσαν με ανοιγμένα τρία- τρία τα βιβλία μπροστά τους και ένα τετράδιο για να σημειώνουν.
Βρήκα ένα καινούργιο βιβλίο για την εξέλιξη του ανθρώπου και κάθισα κι εγώ σε μια καρεκλίτσα. Κάπου στο μέσο είχε ένα δεντρόμορφο σχεδιάγραμμα. Από κάτω εξηγούσε ότι αν και δεν είναι εντελώς σίγουρο, ο μακρινότερος μας προγονός βρέθηκε στο Τσαντ της Αφρικής, λέγετε Σαχελάνθρωπος Τσαντένσις και έζησε πριν έξι εκατομμύρια χρόνια. Για να έχει μέσα τη λέξη άνθρωπος μάλλον δικός μας είναι. Θα μπορούσα να κάθομαι όλη τη μέρα να διαβάζω για τη φυσική ιστορία αν δεν έπρεπε να γυρίσω στη δουλειά και αν δεν έβλεπα την κόρη του καθηγητή να μπαίνει κι αυτή στη βιβλιοθήκη. Φάνηκε να χάρηκε πολύ που με ξαναείδε και ας είχε περάσει μόνο μισή ώρα από την πρώτη μας συνάντηση. Της πρότεινα να πάμε κάπου απέναντι από τα πανεπιστήμια για καφέ. Δεν προτείνω γενικά σε κοπέλες να πηγαίνουμε για καφέ. Μοιάζει κάπως ντεμοντέ. Προτιμώ να γνωρίζεσαι κάπου μια νύχτα και άπλα να πηγαίνεις να το κάνεις. Χωρίς καφέδες, ραντεβού και τέτοια. Η συγκεκριμένη βεβαία μου έβγαλε μια οικειότητα. Ήξερα γιατί. Μου θύμιζε μια παλιά μου γκόμενα όταν ήμουν 19. Της έμοιαζε πολύ, και όταν μια κοπέλα που γνωρίζεις μοιάζει πολύ με μια που ήσουν παλιά, αποκτάς ξαφνικά μια ασυνείδητη αυτοπεποίθηση. Λες με το μικρο σου το μυαλό, για να με ήθελε εκείνη, θα με θέλει και αυτή. Δεν μπορεί να μη με θέλει. Μα είναι λογικό αφού μοιάζουν. Ορμάς έτσι απροκάλυπτα και όλη αυτή η λανθασμένη αυτοπεποίθηση κάμπτει της αντιστάσεις. Σκέφτεται αυτή, «Για να έχει αυτός τέτοια αυτοπεποίθηση θα είναι κάποιος καταπληκτικός τύπος». Βεβαία αυτό είναι πολύ πιθανό να σε οδηγεί συνεχεία στου ίδιου στυλ γυναίκες και να έχεις γνωστούς και φίλους να σε κοροϊδεύουν ότι τα φτιάχνεις συνεχεία με την ίδιο θηλυκό που απλά έχει διαφορετικό όνομα. Αλλά τι σημασία έχουν τα ονόματα στα πρωτόγονα μυαλά μας.

Καθίσαμε για καφέ κάτω από μια κοκκινόασπρη ριγέ ομπρέλα, ήταν 31 χρονών. Την λέγανε χόμο σάπιενς- σάπιενς Λία και μετά από καμιά εικοσαριά μέρες, έφερε σπίτι μου τα πέτρινα εργαλεία της, την οδοντόβουρτσα, τα καλλυντικά, τις παντοφλίτσες, το νυχτικό της, μερικά ρούχα κι ένα παλιό, πανέμορφο ξύλινο βιολί σε μια σκληρή, δερμάτινη θήκη. Τα φτιάξαμε που λένε.


Πάτα εδώ για συνέχεια! 12) Η αγάπη είναι ένα ρεύμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου