Ενα online Μυθιστόρημα, Νίκος Χατζόπουλος

Ενα online Μυθιστόρημα, Νίκος Χατζόπουλος.

Το παρόν μυθιστόρημα απευθύνεται σε ενηλίκους και απαγορεύεται η ανάγνωση του σε άτομα κάτω των 18 ετών.

Ως μυθιστόρημα:

1) Κάθε πρόσωπο και συμβάν είναι στη σφαίρα της φαντασίας και κάθε σχέση με πραγματικά πρόσωπα και συμβάντα είναι συμπτωματική.

2) Ότι γράφεται εντός ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας και δεν πρέπει να λαμβάνεται ως γεγονός , συμβουλή,παραίνεση (κτλ.)

της πραγματικότητας .

3) Απαγορεύεται:

α) η αναδημοσίευση μέρους ή ολόκληρου του κείμενου χωρίς την απαραίτητη αναφορά στο όνομα του συγγραφέα.

β) η χρησιμοποίηση μερών ή ολόκληρου του κείμενου για εμπορικούς ή διαφημιστικούς σκοπούς.


Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

3) Μπαίνουν δυο τύποι σε ένα μπαρ.

Μπαίνουν δυο τύποι σε ένα μπαρ. Κοιτούν γύρω τους με μεθυσμένο, ηλίθιο βλέμμα. Τους κοιτάνε πίσω άλλα μεθυσμένα ηλίθια βλέμματα. Είναι το μπαρ Swan και είναι φίσκα. Όλοι έχουν αλλοπρόσαλλα, αλλόκοτα βλέμματα, ύποπτες φάτσες αλλά δεν παύουν να πιστεύουν ότι είναι έξυπνοι, καλλιεργημένοι και ενδιαφέροντες. Αυτοί οι δυο τύποι δεν είναι άλλοι από τον Λούη κι εμένα. Ο Λούης είναι ο κολλητός μου εδώ και δεκαετίες. Έχουμε μεθύσει από ώρα και τριγυρνάμε στα μπαρ της πόλης όπως κάνουμε εδώ και χρόνια. Έχουμε κι έναν τρίτο στην παρέα τον Μάνο αλλά αυτός δεν βγήκε σήμερα.
Το Swan κατά κάποιο τρόπο είναι το στέκι μας. Είναι ένα καταγώγιο, ημιυπόγειο που γεμίζει κατά της τέσσερις το πρωί. Πριν από τις τέσσερις έχει λίγο κόσμο, όταν όμως κλείνουν όλα τα άλλα, μένει αυτό ανοιχτό και συνήθως έρχονται αυτοί που μόλις έχουν σχολάσει από τις βραδινές δουλείες τους. Τραβεστί, νταβατζήδες, μπαργούμεν, σερβιτόροι, πορτιέρηδες, εστιάτορες και μπερδεύονται με αυτούς που έχουν έρθει από άλλα μαγαζιά, ντίλερ, πάνκιδες, φοιτήτριες, μικρό-εγκληματίες, ζωντοχήρες, τσοπεράδες, κουστουματους, ότι τύχει. Όλοι είναι μεθυσμένοι γιατί δε μπορείς πραγματικά να αντέξεις εδώ μέσα χωρίς μεθύσι. . Μυρίζονται όλοι τους ξεμέθυστους σε αυτά τα μέρη και αποκλείεται να γλιτώσεις τη φασαρία. Ο ξεμέθυστος έχει πάντα πάνω του μια διάχυτη ενόχληση. Κάτι τον ενοχλεί σε αυτά τα μέρη και όλοι τον αντιλαμβάνονται και θέλουν να τον δείρουν. Τους χαλάει τη φάση. Περνάς, τον σκουντάς και ενοχλείτε. Γυρνάς, τον κοιτάς, και σου δείχνει ότι τον πείραξε που τον σκούντηξες. Έτσι αρχίζουν οι φασαρίες με τους ξεμέθυστους. Από την άλλη ο ένας μεθυσμένος με τον άλλον ούτε καταλαβαίνουν ότι σκουντιούνται. Ίσως για ελάχιστα δευτερόλεπτα, την ώρα που τρεκλίζουν τα κορμιά και ακουμπάνε οι ώμοι μεταξύ τους στο διάδρομο του μπαρ, σκέφτονται: «Α! Ακόμα ένας μεθυσμένος σαν κι εμένα», και συνεχίζει ο καθένας τον αδιέξοδο δρόμο του. Το ίδιο και με τα βλέμματα. Κοιτάς γύρω σου και βλέπεις γεμισμένους ανθρώπους να μισοκουνιουντε, να πίνουν, να γελάν και να κουνάν άγαρμπα τα χέρια τους, ύστερα αντικρίζεις έναν ξεμέθυστο και σε κοιτάει σαν να λέει: Τι με κοιτάς; Ή μη κοιτάς την γκόμενα μου. Είναι ο χαρακτηριστικός ξεμέθυστος αγχωμένος τύπος που διεκδικεί το χώρο του μέσα στο μπάχαλο λες και είναι σε καμιά δεξίωση. Σε αναγκάζει να πας εκεί και να του πεις. «Τι κοιτάς ρε βλάκα;» Χωρίς να το θέλεις. Σε προκαλεί. Σε προκαλεί να πας να τον ενοχλήσεις περισσότερο. Χωρίς μίσος, χωρίς υστεροβουλία ή διάθεση νουθεσίας, έτσι απλά σε προκαλεί ντετερμινιστικά να το κάνεις. Αν δεν το κάνεις εσύ θα το κάνεις κάποιος άλλος. Ενώ, όταν κοιτιούνται δυο μεθυσμένοι, τα πράγματα είναι πολύ πιο πολιτισμένα, απομακρύνουν γρήγορα τα βλέμματα σκεπτόμενοι. «Α! τυφλά κι αυτός. Καλά περνάει.» Ίσως ακόμα μπορείς στον συναγωνιστή μεθυσμένο, να του κάνεις και «γεια μας» από μακριά, να σου κάνει κι αυτός, και όλα καλά. Αν κάνεις «γεια μας» στον άγνωστο ξεμέθυστο, γυρνάει το κεφάλι δεξιά κι αριστερά με αμηχανία. Δε ξέρει τι να κάνει. Γιατί με χαιρετάει αυτός; Σκέφτεται. Τι να θέλει; Μήπως είναι πούστης; Μήπως θέλει να μου κλέψει το νεφρό; 

Σήμερα γίνομαι είκοσι οχτώ χρονών. Θα ήθελα να είναι και ο άλλος ο φίλος μου εδώ ο Μάνος αλλά δε μπορούσε επειδή δούλευε γκαρσόνι ως αργά και μετά ήταν κουρασμένος. Είκοσι- οχτώ. Τι σημαίνει να είσαι είκοσι- οχτώ. Ίσως δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από το ότι σώμα μου έχει περιστραφεί είκοσι οχτώ φορές γύρω από τον ήλιο. Εικοσιοκτώ φόρες γύρω από ένα μικρο αστέρι, κομμάτι ενός μικρού ασήμαντου γαλαξία ανάμεσα στα δισεκατομμύρια γαλαξίες. Νομίζω ότι αν η επιστήμη δεν είχε ανακαλύψει το μέγεθος του ανθρώπου στο σύμπαν θα ήμασταν πιο ευτυχισμένοι. Μια ανούσια ηλικία είναι τα εικοσιοκτώ. Είναι από αυτές τις ηλικίες που περνούν γρήγορα, ασυναίσθητα. Από αυτές τις ηλικίες που δε συμβαίνει τίποτα στη ζωή σου. Πόσο είσαι; Είκοσι- οχτώ. ΟΚ. Καμιά έκπληξη. Άλλος ένας ανούσιος εικοσιοκτάρης προστέθηκε στα δισεκατομμύρια εικοσιοκτάριδων χόμο σάπιενς. Μεγάλη δουλειά.
Υπάρχουν όμως σημαντικές ηλικίες. Οι σημαντικές ηλικίες ήταν για μένα αρχικά τα πέντε, κι αυτό γιατί είχα μάθει πόσο είμαι. Πριν από τα πέντε δεν καταλάβαινα το νόημα τον ηλικιών. Το κατάλαβα στα πέντε. Όταν με ρωτούσαν «πόσο χρονών είσαι εσύ;» Έλεγα πέντε. Πολλά χρόνια αυτό. Μου άρεσε το πέντε. Ήμουν οχτώ και έλεγα πέντε. «Πόσο χρονών είσαι βρε συ;» Με ρωτούσαν διάφορες κυριούλες που συναντούσα με τη μάνα μου στο δρόμο και μου μπλέκανε με τις χερούκλες τους τα ωραία μου καθαρά και χτενισμένα μαλλάκια. «Πέντε». Η μάνα μου δεν με διόρθωνε την έκανε να δείχνει νεότερη. Ούτε οι κυριούλες το καταλάβαιναν , έμοιαζα με πέντε, ένιωθα πέντε, ήμουνα πέντε.
Μετά από τα πέντε ήρθαν κατευθείαν τα δεκατέσσερα. Ήταν μια καλή ηλικία. Νιώθεις άρχοντας του κόσμου, μπορείς να κάνεις τα πάντα στα δεκατέσσερα και χωρίς να πληρώνεις ευθύνες. Τριγυρνάς από εδώ κι από εκεί. Κοροϊδεύεις τους μεγάλους. Κυνηγιέστε με τα κοριτσάκια. Κάθε μέρα διαφορετική και τόσα πράγματα να ανακαλύψεις. Ό,τι θες κάνεις στα δεκατέσσερα. Είσαι ο άρχοντας του κόσμου.
Μετά έρχονται τα 17 που η σημαντικότητά τους έγκειται στο γεγονός ότι σε ένα χρόνο θα γίνεις 18, θα ενηλικιωθείς και θα μπορείς να είσαι ένας άντρας. Άπλα να περιμένεις ένα χρόνο ακόμη. Τι είναι ένας χρόνος για να σε κάνει άντρα; Τόσα χρόνια περίμενες. Δε μπορείς να περιμένεις έναν επιπλέον χρόνο; Ένας χρόνος έμεινε και θα είσαι ενήλικος. Και ύστερα όταν γίνεις 18 αντιλαμβάνεσαι πως η λέξη ενήλικος και τα σημείο των 18 χρόνων απλά το έχει σκαρφιστεί κάποιο παλιό συμβούλιο κρατικών παραγόντων της δυτικής κοινωνίας, χωρίς πραγματικό λόγο. Μπορεί άλλος να έχει ωριμάσει στα 15 άλλος στα 35 αλλά η κοινωνία σου λέει δε γαμιέται όλοι ωριμάζετε στα 18, αυτή είναι η ηλικία. Μη ρωτάς πολλά. Τελικά στα 18 όπως είναι αναμενόμενο δε συμβαίνει τίποτα και περιμένεις μήπως και ωριμάσεις και σκέφτεσαι «καλύτερα τα δεκαεφτά μωρέ». Στα 18 όμως όλο και κάποια ευθύνη έρχεται. Στρατός, σπουδές , αποφάσεις, και ξανά αποφάσεις. Και τι θα κάνεις στη ζωή σου; Και ποιος θες να γίνεις. Και ποιος θες να είσαι;
Ύστερα έρχονται τα είκοσι-κάτι. Δεν έχουν κανένα νόημα. Όλο προσπαθείς να θυμηθείς πόσο είσαι και λες... είμαι είκοσι κάτι. Δε σου έρχεται μόνο του. Πρέπει να κάτσεις να το σκεφτείς και από μόνο του αυτό το γεγονός το κάνει ύποπτο.
Μετά τα είκοσι το μόνο που έχει νόημα, μάλλον, είναι τα τριάντα. «Πόσο είσαι;» «Τριάντα». Γεμίζει το στόμα σου και το μυαλό του άλλου. Τριάντα. Προσδοκίες. Αυτός είναι τριάντα, κάτι θα ξέρει παραπάνω για τη ζωή. Στα τριάντα δε σου δικαιολογεί κάνεις τίποτα. Είσαι μεγάλος. Έτσι και τύχει και ακούσεις ειδήσεις όλα τα κάνουν οι τριαντάρηδες. Τριαντάχρονος έκανε αυτό. Τριαντάχρονος έκανε εκείνο. Τριαντάχρονος σκότωσε δέκα άτομα. Τριαντάχρονος λήστεψε. Τριαντάχρονος δισεκατομμυριούχος. Τριαντάχρονος άστεγος, τριαντάχρονος ήρωας, τριαντάχρονο κτήνος. Σε δυο χρόνια θα γίνω ένας τριαντάχρονος και μάλλον δεν θα γίνω τίποτα από όλα αυτά. Τριαντάχρονο τίποτα.
Δε πρόλαβα να μπω από την πόρτα και ένας ψήλος με φάτσα μεροκαματιάρη σήκωσε την γροθιά του με κατεύθυνση από πάνω προς το κάτω και ίσια στο κεφάλι μου. Τελικά δεν εννοούσε εμένα ούτε τον Λούη. Κατέληξε σε αυτόν που είχε μπει μόλις από πίσω μας. Ο από πίσω βέβαια κάνοντας μια απότομη κίνηση την έφαγε ξυστά στον ωμό. Παραμέρισα. Οι δυο άγνωστοι άρχισαν να πλακώνονται. Στο χαλαρό. Με άτεχνες μπουνιές. Έπεσαν κάνα δυο σκαμπό και τελικά μπήκαν κάποιοι ανάμεσα και τους χώρισαν. Όπως συνηθίζουν οι άνθρωποι, πιθανότατα θα μισούσαν κάποιον άλλον ο καθένας τους αλλά εφάρμοσαν το μίσος τους σε έναν άσχετο. Συμβαίνει τόσο με το μίσος όσο και με την αγάπη. Για αλλού τα προορίζεις και αλλού τα εφαρμόζεις. Ως συνήθως σε αυτούς που σου βρίσκονται πιο εύκαιροι εκείνη την στιγμή. Προχωρήσαμε στα ενδότερα και κάτσαμε στο μπαρ. Παράγγειλα ένα κονιάκ με ένα πάγο. Ο Λούης κρατούσε μια μπίρα από το προηγούμενο μαγαζί και κουνούσε ρυθμικά το πόδι του κόβοντας φάτσες.
Έπαιζε ένα κλασικό ροκ του 70. Ήξερα τους στίχους αλλά δε τους τραγουδούσα, ήταν ντροπή. Ο μπάρμαν ήταν μαλάκας. Τουλάχιστον σε εμένα. Δε κερνούσε με τίποτα. Βέβαια εγώ του έσπαγα τα νευρά μέχρι να τον πληρώσω αλλά αυτός τίποτα. Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία, σήμερα είχα λεφτά.

Η νύχτα περνούσε σέρνοντας τους θαμώνες γύρω μας. Βρήκαμε δυο θέσεις μπροστά από το μέρος του dj. Μια ξύλινη τετράγωνη μπάρα με ένα τζαμάκι μπροστά για να μη πέφτουν τα ποτά στα μηχανήματα. Αυτή είναι πάντα μια καλή θέση για τον Λούη γιατί έχει σαν χόμπι να κάθεται κοντά στους dj του Swan και κάθε τόσο να τους λέει μεταξύ σοβαρού και αστείου.
«Παίξε πανκ ρε μουνί» .
«Τι έγινε; καλά;» Με χαιρέτησε ένα γνωστός όταν συναντήθηκαν τα βλέμματα μας. Ήταν στα σαράντα πέντε με γκρίζε μούσια και ένα τεράστιο γυαλιστερό δυνατό μέτωπο. Λέγανε πως είχε κάνει φυλακή και ύστερα στο Άγιο Όρος. Ανταλλάσσαμε που και που κανένα γεια όταν τον πετύχαινα έξω.
Του εξήγησα ότι είχα τα γενέθλια μου.
«Χρόνια πολλά. Πόσο γίνεσαι;»
«Είκοσι οχτώ.»
«Ωραία....Ξέρεις γιατί οι άνθρωποι κάνουν γενέθλια και γιορτές;»
«Γιατί;»
«Γιατί έχουν χάσει την επαφή τους με τις τελετές και τα μυστήρια. Τα αντικαθιστούν με γενέθλια και γιορτές. Καλούν φίλους και τέτοια».
«Μάλιστα».
«Έτσι είναι».
Κάναμε γεια μας και γύρισα από την άλλη. Δίπλα υπήρχε μια ξέμπαρκη γκόμενα. Πότε της μιλούσα εγώ πότε ο Λούης και πότε ο dj. Ήταν λεπτή γύρω στα είκοσι με καστανά απείραχτα μαλλιά και ένα μέτριο λυπητερό πρόσωπο. Το να έχει μια κοπέλα άβαφτα μαλλιά εδώ μέσα ήταν λιγάκι παράξενο εκτός κι αν είχε το όλο φυσικό στιλ με μακριά φούστα, ταγάρι και άβγαλτο φρύδι. Αυτή όμως φορούσε ένα στενό τζιν και ένα μαύρο πουκάμισο. Το βλέμμα της έκτος από μεθυσμένο ήταν και κάπως αφελές. Μύριζε φτηνό άρωμα αναμεμειγμένο με φτηνή τσίχλα. Η αλήθεια είναι ότι και εγώ αν φορούσα άρωμα και μασούσα τσίχλα θα ήταν και τα δυο της χαμηλότερης ποιότητας αλλά καλύτερα να μη μυρίζεις τίποτα παρά να μυρίζεις φτηνά. Την πιάναμε με τον Λούη από τη μέση και χορεύαμε. Πότε πότε ο Λούης της έπιανε και το κώλο. Αυτή δεν έλεγε τίποτα άπλα διασκέδαζε.
«Πως σε λένε δεσποινίς;» Την ρώτησα.
«Μαρία. Εσένα;»
«Ιάσονας».
«Εσένα;» Ρώτησε τον Λούη που δεν είχε ακούσει τι είχα πει εγώ.
«Ιάσονας».
«Και οι δυο Ιάσονες;»
«Ναι»
«Είστε ξαδέρφια;»
«Ναι δίδυμα».
«Δίδυμα ξαδέρφια;»
«Ναι»
«Εσύ τι κάνεις Μαρία;» Ρώτησε ο Λούης.
«Είμαι γκαρσόνα στο Μπρεχτ».
«Οκ»
«Θα έρθουμε να μας κεράσεις καμιά φορά», είπα.
«Να έρθετε», απάντησε.
Ο Λούης της έπιασε ξανά το κώλο για να την ευχαριστήσει που μας προσκάλεσε.
Συνεχίσαμε να κουνιόμαστε δήθεν. Μετά από καμιά ώρα η Μαρία φόρεσε το ζακετάκι της, χάρηκε που μας γνώρισε και έφυγε. Θυμήθηκα χωρίς προφανή λόγο τον πάτερα μου που έλεγε ότι το πιο δύσκολο πράγμα στην Ελλάδα είναι να βρεις μια σωστή Μαρία. Το μαγαζί είχε αρχίσει να αδειάζει. Ύστερα από ένα μισάωρο φύγαμε κι εμείς. Έξω ήταν οριακά νύχτα και αποφασίσαμε να πάμε να φάμε ένα τοστ πριν καταλήξουμε ο καθένας σπίτι του. Το μηχανάκι δεν το είχα πάρει καθώς ψιλόβρεχε όταν ξεκινήσαμε από το σπίτι .

Όπως βγαίναμε από το στενό, είδαμε την Μαρία αλαφιασμένη να γυρνάει προς το Swan.
«Ρε Ιάσωνες έχασα το κινητό μου. Πρέπει να το έχασα μέσα στο μαγαζί», έκανε γρήγορα με μια ανάσα.
«Κάτσε να πάρω τηλέφωνο.» Ο Λούης έβγαλε το κινητό του, ζήτησε τον αριθμό της Μαρίας και κάλεσε. «Χτυπάει αλλά δε το απαντάνε». Είπε μετά από λίγο.
«Να ξαναπάρουμε;» έκανε παρακλητικά η Μαρία.
«Ναι. αλλά για να καλεί ίσως έπεσε κάπου στο μαγαζί. Ας προχωράμε κιόλας προς το Swan», είπα. Είμαστε καλά παιδιά και ιππότες. Ο Λούης πήρε άλλες δυο-τρεις φορές τηλέφωνο καθώς περπατούσαμε.
Φτάσαμε στο μπαρ. Η Μαρία μας εξηγούσε ότι αυτό το κινητό το είχε πάρει πρόσφατα δώρο στον εαυτό της . Τα λεφτά τα μάζευε τρεις μήνες δουλεύοντας σκληρά ως γκαρσόνα.
«Θα το βρούμε μη στεναχωριέσαι.» Την καθησύχασα εγώ. «Αν το είχαν κλέψει θα το είχαν κλείσει».
Είχε πάρει να ξημερώνει. Ο ήλιος σιγά- σιγά σηκωνόταν από τη θάλασσα σπρώχνοντας τις πολυκατοικίες. Τα περιγράμματα από δυο εμπορικά πλοία αχνοφαινόταν στον γαλανό ορίζοντα. Ελάχιστα πράγματα στη γη συγκρίνονται με την αυγή. Φτάσαμε στο Swan. Είχαν αρχίσει να βάζουν τα σκαμπό πάνω στο μπαρ για να σκουπίσουν. Χαιρετήσαμε τον υπεύθυνο του μαγαζιού και τον ρωτήσαμε αν βρήκανε κανένα κινητό. Μας απάντησε αρνητικά. Είχε καρέ μαλλί, γαμψή μύτη, γύρω στα τριάντα και βάρια φωνή που έβγαινε με βια από το φάρυγγα του. Ο Λούης ξανακάλεσε.
«Ναι. Ποιος είναι;» Τον ακούσαμε να λέει και βγήκε από το μαγαζί να ακούσει καλύτερα. Βγήκα κι εγώ και η Μαρία και ο υπεύθυνος/ μαρκαδόρος Μάκης που αν και τον χαιρετούσα που και που, σήμερα μόλις έμαθα το όνομα του.
«Δώσε να μιλήσω». Η Μαρία του πήρε το κινητό από τα χέρια.
«Ναι. Ναι. Όχι δικό μου είναι το κινητό. Σε παρακαλώ. Στο Swan ναι. Σε παρακαλώ δούλευα τρεις μήνες για... Ναι. Θέλεις.... Εντάξει τα έχω. Εντάξει σύμφωνοι. Που είσαι; Στο Πάρκο του Θ... Έρχομαι. Σε 5 λεπτά θα είμαι εκεί. Ευχαριστώ». Το έκλεισε.
«Μου ζήτησε 50 ευρώ για να μου το δώσει. Θα περιμένει στο Πάρκο του Θεάτρου».
«Πάμε όλοι μαζί», έκανε ο Λούης.
«Πάμε», συμφώνησε και ο Μάκης o υπεύθυνος. «Θα το κλείσει ο μπάρμαν το μαγαζί και εγώ έτσι κι αλλιώς δεν έχω τι να κάνω».
Ξεκινήσαμε με γοργό βήμα. Ο Μάκης έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα. Εγώ που καπνίζω καπνό πάντα ζηλεύω αυτούς που καπνίζουν πακέτο. Του ζήτησα ένα και μου έδωσε.
«Κοιτάξτε». Άρχισε να λέει ο Λούης και κοίταξε την αγχωμένη Μαιρούλα. « Πριν το φανάρι για να περάσουμε στο πάρκο θα σταματήσουμε. Εσύ θα πας μονή σου. Εμείς θα μείνουμε πίσω. Και μόλις τον συναντήσεις... σκάμε εμείς μπαμ-μπαμ από απέναντι, τον αρχίζουμε στις μπάτσες και του παίρνουμε το κινητό».
Συμφωνήσαμε όλοι με αυτή την τακτική.

Φτάσαμε πριν το φανάρι του Πάρκου. Ο κόσμος πήγαινε στις πρωινές σαββατιάτικες δουλείες του. Το πάρκο ήταν ένα μεγάλο πλακόστρωτο που στην άκρη του είχε ένα επιβλητικό ανοιχτό αρχαίο αμφιθέατρο του 3ου αιώνα. Ήταν το κέντρο της πόλης και χαρακτηριστικό μέρος για ραντεβού. Αν πας και κάθεσαι με τις ώρες εκεί μόνος σου, κάνεις δε θα σε παρεξηγήσει. Θα νομίζουν όλοι ότι περιμένεις κάποιον. Αν τύχει και περάσω από εκεί, σταματάω και κάθομαι σε ένα πεζουλάκι πάνω-πάνω στο αμφιθέατρο που μπορείς να βλέπεις τα πάντα. Αγοράζω μια μπίρα και παρατηρώ αυτούς που περιμένουνε. Είναι κυρίως νέοι. Είναι αρκετά διασκεδαστικό να στοιχηματίζεις με τον εαυτό σου, πως θα είναι αυτός που περιμένει κάποιος, από τη φυσιογνωμία και τη συμπεριφορά του ραντεβού του. Καταλαβαίνεις σιγά -σιγά ότι οι άνθρωποι είναι ευπρόβλεπτοι στις συναναστροφές τους . Μια κοπελίτσα η οποία είναι νέα όμορφη και ντυμένη με τα καλά της, αν και είναι μικρή, είναι σίγουρο ότι περιμένει ένα αγόρι. Το αγόρι έρχεται και το καταλαβαίνεις ότι είναι το ραντεβού της από τότε που τον έχεις δει να περιμένει στο απέναντι φανάρι. Φοράει προσεγμένα ρούχα και είναι ψήλος και αυτός, σαν και αυτήν, για να τη περνάει. Αυτή δε θα μπορούσε να είναι με έναν πιο κοντό. Δεν είναι στο χαρακτήρα της. Μετά, βλέπεις 4 κορίτσια διαβαστερά που περιμένουν και χαριεντίζονται. Με τα γυαλάκια τους, τα χαριτωμένα σπυράκια τους, τα πουλεβεράκια τους και τις μεγαλίστικες τσάντες που είναι η υπόσχεση του εαυτού τους πως θα γίνουν σύντομα νεαρές επιτυχημένες επαγγελματίες, είναι σίγουρο ότι περιμένουν ακόμα μια που τους μοιάζει για να μιλήσουν για τα μαθήματα. Ύστερα έχεις έναν νέο ο οποίος ο καημενούλης δε ξέρει πως να φερθεί. Είναι σίγουρα φοιτητής από άλλη πόλη και έχει κάνει ντύσιμο τάχα μάγκικο με δερμάτινο τζάκετ και πλυμένο, σιδερωμένο τζιν από τη μαμά του να πιέζει τα χοντρά μπούτια του. Έχει ένα πρόσφατα αφημένο μουσάκι γύρω από το στόμα του για να μοιάζει ωριμότερος. Το μαλλί του το έχει επιμεληθεί με τις ώρες μπροστά στον καθρέπτη και είναι φανερό ότι περιμένει κάποιον που μόλις έκανε φίλο στη σχολή για να πάνε να βρούνε γκόμενες. Δε καπνίζει πολύ καιρό. Ίσως αυτό που βγάζει από την τσέπη του να είναι και από τα πρώτα πακέτα που αγοράζει. Ο φίλος που έρχεται είναι και αυτός ίδιο στιλ αλλά συμπεριφέρεται λες και ξέρει λίγο παραπάνω. Θα του έχει πει «ξέρω εγώ, θα σε βγάλω και θα σε πάω σε κάτι γαμάτα μέρη που είναι γεμάτα μουνιά». Τελικά συναντιούνται. Κολλάν τα χέρια στον αέρα και αποχωρούν με βιαστικό βήμα προς τη σίγουρη αποτυχία. Μια ηλικιωμένη κυρία, ξανθιά με μαραζωμένο κορμί, γύρω στα 75 που όλοι όμως της λένε ότι δε μοιάζει πάνω από 70, περιμένει. Κάθεται σε ένα παγκάκι με τα χέρια αφημένα στα γόνατα. Σίγουρα περιμένει την κόρη της που θα είναι και αυτή ξανθιά γύρω στα 55 αλλά όλοι θα της λένε ότι δε μοιάζει πάνω από 50. Η γιαγιά μόλις πλησιάσει η κόρη της θα την πιάσει από τον καρπό, θα στηριχτεί, και θα σηκωθεί με περισσότερη δυσκολία από αυτή που πραγματικά μπορεί.
Καμιά φορά έτσι πως κάθομαι και πίνω τη μπίρα μου πάνω στο αμφιθέατρο σκέφτομαι ότι μπορεί να βρεις και κανένα ραντεβού από το πουθενά αν είσαι αρκετά θαρραλέος και τυχερός. Δηλαδή βλέπεις μια ωραία κοπελίτσα, την οποία, μάλλον την έχει στήσει η φίλη της. Είναι λεπτή, το μαλλί της είναι ξανθό, ίσιο και το έχει κοτσίδα ψηλά πάνω στο κεφάλι. Έχει χρωματιστά σχεδιάκια μανικιούρ που αυτό δείχνει ότι είναι από κάποια φτωχή γειτονιά και σταυρώνει τα χέρια της στο στήθος όλο και περισσότερο καθώς περνάει η ώρα και η φίλη δεν έρχεται. Το πρόσωπο της έχει αρκετό μέικ απ, μασκαρά και προσεγμένες γραμμές με μολύβι για τα μάτια. Κραγιόν δε φοράει. Ή ίσως φοράει ένα ελαφρύ φυσικό που δε φαίνεται. Ανοιγοκλείνει αργά τα βλέφαρα της και έχει σφιγμένα χείλη. Θέλει τα ρούχα της να δείχνουν ακριβά και στην μόδα, αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να δείχνει φτωχοτρέντι. Σε έναν ενδεχόμενο πόλεμο ταξικής ανακατάταξης θα έπαιρνε σίγουρα το μέρος των πλουσίων και αυτοί χωρίς άλλο θα την βάζαν στην αναλώσιμη πρώτη γραμμή, νεκρή τις πρώτες κιόλας ώρες με τα σχέδια των νυχιών σπασμένα στο χώμα. Παρατηρεί χωρίς να το δείξει τους διπλανούς της και νιώθει άσχημα που των άλλων τα ραντεβού έρχονται και το δικό της όχι.
Ξεκλειδώνει τα χέρια της από το στήθος και βγάζει το κινητό της από το τσαντάκι, πρώτα κοιτάει την ώρα και ύστερα καλεί έναν αριθμό αλλά δε φαίνεται να της απαντάει κάνεις. Δεν το ξαναβάζει μέσα αλλά το κρατάει στο χέρι της. Γέρνει λίγο το κεφάλι και στενεύει τα μάτια δήθεν ότι αναγνώρισε κάποιον να έρχεται από την άλλη άκρη της πλατείας. Ασυναίσθητα σηκώνει λίγο το πηγούνι σαν να λέει σε κάποιον όχι.
Τώρα είναι η ευκαιρία μου. Θα αφήσω στο παρατηρητήριο μου τη μισοτελειωμένη μπίρα για να μη με περάσει για μισοτελειωμένο και θα πάω να της μιλήσω.
«Γεια σου», θα της πω. Θα τεντώσει το λαιμό της με κάποια απορία. Θα φτιάξει με τα μάτια μια άβολη έκφραση και θα απαντήσει «Γεια», με μια ελαφρά ερωτηματική αίσθηση στο τελείωμα της λέξης. Μετά δε ξέρω τι πρέπει να πω. Να κάνω πως την πέρασα για κάποια που ξέρω. Ας πούμε να πω. «Η Κατερίνα δεν είσαι;» Και έτσι να πιάσω μια συζήτηση. Ή μπορώ να πω. «Σε παρατηρώ εδώ και ώρα και ένιωσα να έρθω να σου μιλήσω. Μήπως θες να πάμε να κάτσουμε για ένα καφέ.» Η θα μπορούσα να πω κάτι έξυπνο όπως. «Με λένε Ισμαήλ. Και είμαι το βήτα σχέδιο για αυτούς που τους στήνουν στα ραντεβού οι φάλαινες». Έξυπνο είναι αυτό ή λίγο τρομακτικό; Οι γυναίκες μυρίζονται το φόβο και ο φόβος είναι το μεγαλύτερο ελάττωμα του αρσενικού σε όλα τα είδη του ζωικού βασιλείου. Τελικά ήρθε ο σωτήρας μου που με γλίτωσε από όλη αυτή την άβολη διαδικασία. Ήταν ψήλος φορούσε ένα γκρι παντελόνι και ένα καλοκαιρινό σακάκι με ένα μοντέρνο μαϊμού μάρκα t-shirt από μέσα. Έπαιζε τα κλειδιά του αυτοκίνητου του στο χέρι και μόλις πλησίασε έβαλε το χέρι του στο μέρος της καρδιάς και κάτι της είπε από κοντά. Της έπιασε το μπράτσο, αυτή κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι σαν να του έλεγε «Κατεργαράκο. Άργησες.» Βρέθηκαν αγκαζέ και αποχώρησαν με συρτά βήματα συνεχίζοντας την αέναη προσπάθεια των προγόνων τους να αλλάξουν κοινωνική τάξη.

Την είχαμε στήσει δίπλα στο φανάρι πίσω από το ψυγείο αναψυκτικών ενός περιπτέρου και παρακολουθούσαμε την Μαρία που πήγαινε πέρα δώθε στην ανοιχτή πλατεία. Πέρασαν δέκα λεπτά. Δεν έχει κόσμο να περιμένει έκτος από δυο γιαγιάδες που ήταν καθισμένες και τρώγανε από ένα κουλούρι.
«Τι ώρα είναι;» Ρώτησε ο Λούης. Έβγαλε ο ίδιος το κινητό του. «7 και 5».
«Να!» Έκανε ο Μάκης. Γυρίσαμε όλοι προς τα εκεί που έδειξε. Είδαμε ένα τύπο με πηδηχτό βήμα, στενό τζιν παντελόνι, γκρι αθλητικό μακρυμάνικο φούτερ και αθλητικά παπούτσια. Κοίταξε την Μαρία και κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Φορούσε χαλαρωμένη την κουκούλα από την αθλητική μπλούζα μισοκρύβοντας το κεφάλι του και είχε τα χέρια στις τσέπες.
«Πάμε, πάμε».
Περάσαμε γρήγορα απέναντι. Πριν τους φτάσουμε, ο τύπος είχε βγάλει το κινητό και της το έδινε. Τον περικυκλώσαμε. Έβγαλε την κουκούλα. Ήταν γύρω στα 20 με σκαμμένο πρόσωπο και καθαρό βλέμμα. Στο μαλακό μέρος του αντίχειρα είχε ένα πράσινο μικρο τατουάζ ερωτηματικό. Τα μαλλιά του ήταν ανοιχτά κάστανα και τα είχε καρφάκια.
«Σόρρυ ρε κοπέλια.» Έλεγε. «Στο πήρα μέσα από τη τσάντα. Δε θέλω να τα κάνω αυτά αλλά η ανάγκη με έχει φέρει».
«Δε πιστεύω να θες λεφτά;» Του είπε ο Λούης.
«Όχι ρε παιδιά σόρρυ. Ναρκομανής είμαι».
«Δε μου φαίνεσαι για ναρκομανής», είπα εγώ.
«Γιατί πως είναι οι ναρκομανείς;»
«Πολύ χάρηκα», είπε η Ελένη και περιεργαζόταν το κινητό της. «Δούλευα τρεις μήνα γκαρσόνα για να το αγοράσω.»
«Σόρρυ ρε κοπέλια», ξανάπε ο ναρκομανής.
«Μαρία», είπε η Μαρία. Ο τύπος έγειρε το κεφάλι.
«Εμένα Γκρέγκ.»
«Λοιπόν θα πάμε να σας κεράσω;» Πρότεινε η Μαρία.
«Τι λέτε ρε; Πάτε καλά;» Έκανε ο Λούης. «Εγώ τη κάνω. Άντε πάμε».
«Εγώ θα κάτσω. Αν κεράσει κάθομαι», απάντησα. Ο Λούης χαιρέτησε και απομακρύνθηκε σκυφτός να πάρει λεωφορείο για το σπίτι.
«Έρχομαι κι εγώ αν κεράσεις», γκάριξε και ο Μάκης ο υπεύθυνος με τη φωνή του βγαλμένη από τα έγκατα του φάρυγγα.
«Εσύ δε θα έρθεις;» Ρώτησε η Μαρία τον Γκρεγκ.
«Να έρθω κι εγώ;» Ρώτησε συνεσταλμένα ο ναρκομανής Γκρεγκ.
«Ναι».
«Εντάξει. Που θα πάμε;»
«Να, πάμε εδώ δίπλα», η Μαρία έδειξε μια καφετέρια με κάτι μπεζ ακριβές άνετες πολυθρόνες.
Μπήκαμε μέσα και βολευτήκαμε σε ένα τραπέζι. Εγώ στο καναπέ με τον Μάκη και η Μαρία με τον Γκρεγκ στις αντικρινές πολυθρόνες.
Ήρθε η πρωινή γκαρσόνα.
«Πάρτε ότι θέλετε. Τα πενήντα ευρώ τα είχα για χαμένα έτσι κι αλλιώς».
Εγώ παράγγειλα ένα κονιάκ, ο Μάκης ένα ουίσκι και ο Γκρεγκ μια μπίρα για να μην την πολυξοδέψει. Η Μαρία πήρε μια βότκα λεμονάδα.
Το μαγαζί είχε μόνο τρεις πελάτες ακόμα. Έναν τύπος σε ένα τραπέζι δίπλα στη τζαμαρία γύρω στα σαρανταπέντε διάβαζε πρωινή εφημερίδα και ρουφούσε προσεχτικά τον αχνιστό ελληνικό καφέ του. Σε ένα άλλο τραπέζι καθόταν δυο κυρίες στα εξήντα καλοντυμένες και έπιναν το φραπέ τους συζητώντας.
Ο Γκρεγκ μας εξήγησε ότι έπινε καπνιστές εδώ και δύο χρόνια. αλλά βαρούσε μόνο τους τελευταίους 3 μήνες. Ότι τα πράγματα στο σπίτι του είναι σκατά και ότι ο πατέρας του είναι μεθύστακας και η οικογένεια του χρωστάει σε όλο το κόσμο.
Μετά πήρε η Μαρία το λόγο και είπε πως και η δικιά της οικογένεια είναι φτωχή και πάλι καλά που ο Γκρεγκ βλέπει τον πάτερα του γιατί τον δικό της έχει να τον δει από τότε που ήταν 5 χρονών. Ο Μάκης είπε ότι είναι φοιτητής εδώ και πολλά χρόνια ότι μένει μόνος του με την αδερφή του και ότι τον τελευταίο χρόνο δουλεύει μάρκα στο Swan γιατί αυτός που το έχει, είναι γνωστός με ένα θείο του. Εγώ είπα ότι με λένε Ιάσονα, είμαι ακροβάτης σε τσίρκο και οι γονείς μου ζουν στο Μεξικό.
Κοίταξα έξω από τη τζαμαρία. Η πόλη είχε ξυπνήσει για τα καλά. Είχε πιάσει κίνηση στο δρόμο και οι άνθρωποι σαν τα μυρμηγκάκια. που μόλις έχουν βγει από την φωλιά τους, τρέχαν από εδώ κι από εκεί για να διεκπεραιώσουν της διαδικασίες που τους τυραννούσαν. Καμιά φορά όταν είμαι στην εξοχή μου αρέσει να σκύβω στο χώμα και να παρατηρώ τις φωλιές των μυρμηγκιών. Ως συνήθως προσπαθώ να ανακαλύψω αν υπάρχει κανένα τεμπέλικο μυρμήγκι που απλά αράζει. Ένα μυρμήγκι που στέκεται εκεί χαλαρό και την ξαπλάρει χωρίς να νοιάζεται για τίποτα. Δεν έχω βρει ποτέ. Αλλά αν όντως υπάρχει, τι κάνουν τα άλλα μυρμήγκια όταν το πάρουν χαμπάρι, το αφήνουν να αράζει ή μαζεύονται και το λιντσάρουν. Ποιος να ξέρει;. Στην πλατεία θεάτρου άρχισαν να συναντιούνται τα πρώτα ραντεβού των επτά και μίση.
«Θα τα κόψω όλα. Το πήρα απόφαση. Μέχρι και το τσιγάρο θα κόψω», είπε ο Γκρεγκ αποφασισμένος και έδειξε το τσιγάρο που κρατούσε στο χέρι του.
«Α! Το τσιγάρο είναι εύκολο να το κόψεις. Εγώ το έχω κόψει καμιά εφτά- οχτώ φορές.» Αστειεύτηκε ο Μάκης, χαχανογκάριξε και μας κοίταξε έναν- έναν αλλά δε γέλασε κάνεις.
«Κακόμοιρο παιδί», είπε η Μαιρούλα στον Γκρεγκ τον ναρκομανή και του χάιδεψε τον ώμο. Κάτι του ψιθύρισε στο αυτί. Κάτι της αντιψυθίρισε αυτός και ύστερα έτσι πως ήταν καθισμένοι άρχισαν να φιλιούνται. Κοίταξα το Μάκη και χαμογελάσαμε. Το νεόσυστατο ζευγαράκι έσιαξε τις πολυθρόνες για να βολεύετε καλύτερα και συνέχισαν να φιλιούνται με περισσότερη ευκολία.
«Γουστάρεις να πάμε κεράσω καμιά τυροπιτά,» Με ρώτησε ο Μάκης
«Ναι».
Σηκωθήκαμε και ήπια την τελευταία γουλιά από το κονιάκ στο όρθιο, το παγάκι είχε γίνει μικρό και ολοστρόγγυλο αλλά δεν είχε λιώσει ακόμη εντελώς. Κούνησα το ποτήρι κυκλικά για να το δω να κάνει το γύρο του θανάτου στα τοιχώματα. Έτσι χωρίς λόγο.

Χαιρετίσαμε το ζευγαράκι και βγήκαμε στο δρόμο με τον Μάκη. Δεν ήθελα τυρόπιτα. Μάλλον θα του πω να με κεράσει καμιά σπανακόπιτα, αν δεν έχει αντίρρηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου