Ενα online Μυθιστόρημα, Νίκος Χατζόπουλος

Ενα online Μυθιστόρημα, Νίκος Χατζόπουλος.

Το παρόν μυθιστόρημα απευθύνεται σε ενηλίκους και απαγορεύεται η ανάγνωση του σε άτομα κάτω των 18 ετών.

Ως μυθιστόρημα:

1) Κάθε πρόσωπο και συμβάν είναι στη σφαίρα της φαντασίας και κάθε σχέση με πραγματικά πρόσωπα και συμβάντα είναι συμπτωματική.

2) Ότι γράφεται εντός ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας και δεν πρέπει να λαμβάνεται ως γεγονός , συμβουλή,παραίνεση (κτλ.)

της πραγματικότητας .

3) Απαγορεύεται:

α) η αναδημοσίευση μέρους ή ολόκληρου του κείμενου χωρίς την απαραίτητη αναφορά στο όνομα του συγγραφέα.

β) η χρησιμοποίηση μερών ή ολόκληρου του κείμενου για εμπορικούς ή διαφημιστικούς σκοπούς.


Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

5) Ο Αλεκος

Σήμερα το πρωί με πήραν τηλέφωνο και με πληροφόρησαν πολύ ευγενικά ότι επιλέχτηκα για το δεύτερο μέρος της συνέντευξης σε εκείνη τη διαφημιστική εταιρία. Δεν είχα πολλές προσδοκίες, σίγουρα θα ήταν καμιά κωλοδουλειά. Όταν δε σου λένε από την αρχή περί τίνος πρόκειται... δεν υπάρχει περίπτωση, κωλοδουλειά θα είναι. Τι είχα να χάσω; Ξαναντυθηκα , ξαναφτιάχτηκα, ξαναχτενιστηκα, δρόμο πήρα, δρόμο άφησα, ώσπου έφτασα πάλι στα γραφεία, πέρασα μέσα, είδα την ίδια γραμματέα, είπα το όνομα και μου είπε ότι με περιμένουν στο γραφείο 206.
«Έχετε και άλλο όροφο;» ρώτησα
«Όχι. Εδώ πέρα στα δεξιά είναι το γραφείο 206», απάντησε η γραμματέας σπάζοντας τον καρπό της σε ορθή γωνία προς τα δεξιά. Είχε ομορφύνει τις τελευταίες δυο βδομάδες. Μπορεί να χώρισε.
«Ως συνήθως», κοντοστάθηκα και επιμήκυνα το επιχείρημα μου, «... ως συνήθως τα γραφεία που αρχίζουν από διακόσια είναι στον δεύτερο όροφο.»
«Και εδώ στο δεύτερο είμαστε».
«Ναι αλλά ο πρώτος όροφος δεν είναι δικός σας».
«Όχι».
«Όλα τα γραφεία σας αρχίζουν από διακόσια;»
«Όχι».
«Δεν είναι σωστό, διότι πάντα ο πρώτος αριθμός σημαίνει τον αριθμό του ορόφου και...»
«Σας περιμένουν». Με έκοψε με ένα χαμόγελο.
Βρήκα το 206, η είσοδος του ήταν μια γυάλινη φιμέ πόρτα. Χτύπησα, άκουσα ένα γυναικείο «περάστε» και πέρασα. Αυτές ήταν δυο. Η μια καθισμένη μέσα στο γραφείο και η άλλη απ’ έξω. Η απ’εξω ήταν η ίδια που μου είχε πάρει συνέντευξη την πρώτη φορά που ήρθα.
«Καθίστε» πρότεινε η απομέσα. Κάθισα.
Όλη αυτή η κατάσταση που δε σου λένε τι δουλειά είναι, σε αγχώνει. Ποιος ξέρει τι μπορεί να είναι αυτοί; Μπορεί να είναι καμιά θρησκευτική οργάνωση που ασκεί ανθρωποθυσίες. Ίσως έτσι πως καθόμουν στην καρέκλα άνετος και χαλαρός, να άνοιγε ξαφνικά από κάτω μου μια καταπακτή και να βρισκόμουν μέσω μια γλιστερής τσουλήθρας σε ένα μισοφωτισμένο υπόγειο με γύρω μου τύπους με κουκούλες , κεριά, στριφογυριστά στιλέτα και αρχαία μυστικιστικά σύμβολα στους τοίχους. Όλοι θα ήταν πάμπλουτοι και κάτω από τις κουκούλες θα ήταν γκριζομάλληδες με χαλαρά μάγουλα. Για να παραμείνουν πάμπλουτοι θα έπρεπε να θυσιάζουν μερικούς εκατοντάδες ανέργους κάθε βδομάδα. Ο καθένας από αυτούς τους γκριζομάλληδες, είναι καλός άνθρωπος, παίζει με τα εγγόνια του, πάει τις Kυριακές στην εκκλησιά και συμμετέχει σε φιλανθρωπίες, δεν θέλει το κακό σου, δεν θέλει να θυσιάζει άνεργους. Αλλά όταν είναι όλοι μαζί, δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Δε φταίνε αυτοί.
Έψαξε σε ένα χάρτινο φάκελο και έβγαλε μια κόλλα χαρτί που μάλλον θα ήταν τα στοιχεία μου. Φορούσε ένα μαύρο σακάκι με ένα λευκό πουκάμισο και χωρίς αμφιβολία στο πίσω μέρος από το σακάκι θα κρυβόταν η τελετουργική κουκούλα της.
«Έχετε απολυτήριο λυκείου και έχετε κάνει και κάποια εξάμηνα φιλοσοφία σε πανεπιστήμιο της Γερμανίας».
«Μάλιστα».
«Και γνωρίζεται αγγλικά και γερμανικά».
«Ναι γνωρίζω».
«Τι άλλο έχετε να μας πείτε για τον εαυτό σας.» Πετάχτηκε η απέξω. Τι ερώτηση ήταν αυτή πάλι; Τι να πω για τον εαυτό μου; Τα καλύτερα πράγματα που θεωρώ για τον εαυτό μου, δε μπορώ να τα πω σε μια συνέντευξη για δουλειά. Προφανώς έπρεπε να πω ότι είμαι εργατικός, συνεπής και συνεργάσιμος μέσα στα πλαίσια της ομάδας.
«Με ρωτάτε τι άλλα ενδιαφέροντα έχω ας πούμε;»
«Που αλλού έχετε δουλέψει κυ-ρίως», τονισε το “κυ-ρίως”, «αλλά πέστε μας και για τα ενδιαφέροντα σας...»
«Δούλευα για καιρό στο κυλικείο σε κάμπινγκ νάνων γυμνιστών».
«Αλήθεια;», έκανε η “απέξω”.
«Ναι ναι. Οι γονείς μου είναι νάνοι και μέσω αυτών βρήκα την δουλειά».
«Και που έχει τέτοιο κάμπινγκ».
«Είναι σε ένα μικρο νησάκι, Αντιφολέγανδρος λέγεται».
«Α μάλιστα το έχω ακουστά», είπε η απομέσα, με κοίταξε καχύποπτα και έσιαξε τα χαρτιά μπροστά της. «Εμείς...» Άρχισε να λέει μετά από λίγο και σκέφτηκα ότι όποτε αρχίζει κάποιος με το “εμείς”, κάτι κακό σου ετοιμάζει. «Εμείς... είμαστε μια μεγάλη εταιρία που δίνουμε ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους να μας αποδείξουν πόσο αξίζουν και στη πορεία να εξελιχθούν. Η εταιρία μας λειτουργεί σε πολλές χώρες του κόσμου, κινείται στο χώρο της διαφήμισης και αυτή τη στιγμή χρειαζόμαστε προσωπικό στις πωλήσεις».
«Η ακριβής εργασία ποια είναι;»
«Κοιτάξτε, το μότο της εταιρίας, είναι ότι αρχίζουμε από χαμηλά και με αξιοκρατικά κριτήρια ανεβαίνουμε σιγά-σιγά τα σκαλοπάτια. Και εγώ - και η Ελπίδα...» είπε και έδειξε την απέξω. «Από τις πωλήσεις ξεκινήσαμε και είμαστε τώρα στο διοικητικό».
«Ωραία», είπα. «Όμως τι ακριβώς είναι οι πωλήσεις; Τι πρέπει να κάνει ένας πωλητής;»
«Η κύρια δουλειά ενός πωλητή είναι να βρίσκει ανθρώπους που θέλουν να διαφημιστούν».
«Μάλιστα. Με το βασικό μισθό ας πούμε;»
«Στην αρχή είναι με ποσοστά αλλά πολύ σύντομα, αν είστε εργατικός και αποτελεσματικός, θα έχετε και βασικό μισθό και ποσοστά και μπόνους».
«Θα έχω κάποιο πελατολόγιο που θα πηγαίνω ας πούμε ή.... πως είναι ακριβώς;»
«Όχι, έχετε την ελευθέρια να βρίσκετε εσείς τους πελάτες».
«Κατάλαβα... αλλά με τις πωλήσεις δε τα πάω καλά. Δεν έχετε κάτι στο δημιουργικό τμήμα παραδείγματος χάριν;»
«Δημιουργικό τμήμα έχουμε τους γραφίστες μας αλλά δεν χρειαζόμαστε εκεί».
«Δημιουργικό εννοώ ας πούμε δε θέλετε κανένα να βρίσκει στιχάκια για διαφημίσεις. Είμαι καλός στο γράψιμο, έχω σκεφτεί και ένα σενάριο για σήριαλ». Έγινε μια παύση. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
«Ας είναι....» Συμπλήρωσα και σηκώθηκα. « Δεν με ενδιαφέρουν οι πωλήσεις. Ευχαριστώ. Να πηγαίνω καλύτερα».
«Όπως νομίζετε», είπε η “απομέσα”.
«Καλό γράψιμο», είπε η απέξω.
Αν μου ερχόταν μια κλανιά εκείνη την ώρα θα την άφηνα δυνατά με ευχαρίστηση αλλά δεν έρχονται πάντα όλα όπως τα θέλεις.

Όλα δείχνουν πως είμαι ένας άνεργος. Ένας φτωχός άνεργος με κανένα πόρο αλλά με σπίτι δικό μου. Δεν είναι κακό. Είμαι νέος και θα δουλέψω. Είχα μαζέψει γύρω στα πεντακόσια ευρώ το καλοκαίρι ως γκαρσόνι και πίστευα ότι θα έφταναν μέχρι τα Χριστούγεννα αλλά παπάρια. Πριν λίγο καιρό στα μέσα Οκτωβρίου ήμουν στον μηδέν. Τώρα τα μονά έσοδα μου, ήταν καμιά νίκη σε ιντερνέτ πόκερ ή καμιά ψευτοδουλειά που θα τύχει στο άσχετο, όπως προχθές που πέτυχα στο Bar Swan τον Αλέκο.
Πολύ μούτρο o Αλέκος. Τον είχα γνωρίσει σε ένα άλλο μπαρ που πήγαινα πριν από χρόνια και τώρα πια έχει κλείσει. Εκείνη την εποχή ο Αλέκος δούλευε αυτοφοράκιας. Όταν ερχόταν η αστυνομία και ρωτούσε ποιος είναι υπεύθυνος. Εμφανιζόταν αυτός με προτεταμένο το στήθος και φώναζε με τη στεντόρεια φωνή του: «Τι τρεχει; Εγώ είμαι ο ανεύθυνος!» και ύστερα περνούσε τη νύχτα στο κρατητήριο. Την είχε παρατήσει αυτή τη δουλειά εδώ και καιρό. Τώρα όποτε τον πετύχαινα καθόμαστε μιλούσαμε και τον έκανα να γελάει ή μου έλεγε τα δικά του και εγώ τον άκουγα. Ως συνήθως με κερνούσε κανένα ποτό και μου λέγε διάφορα, είχε μια μεγάλη τσόπερ μηχανή με κρόσσια στις μανέτες και φορούσε κάτι υπερβολικά δερμάτινα τζάκετ με φανταχτερά ραφτά στη πλάτη. Ψήλος μελαχρινός, με μεγάλα μήλα σαν ινδιάνος και δυο τεραστία μπράτσα. Στις ανοιχτές πλάτες του έπεφτε μια μακριά ολόισια κοτσίδα και όλη μέρα γυρνούσε στα γυμναστήρια και στους δρόμους. Είχε πάντα λεφτά πάνω του.
Προχθές χαράματα τον πέτυχα στο Swan, με κέρασε ένα κονιάκ και τα λέγαμε. Έπιασε μέσα από το γιακά του πουκάμισου του ένα καινούργιο μενταγιόν που είχε πάρει με δόντι καρχαρία και μου το έδειξε με καμάρι.
«Ωραίο;»
«Καλό».
«Ξέρεις έχω τρέλα με δόντια από σαρκοβόρα. Έχω πόσα δόντια από τίγρεις, από κροκόδειλους, αυτό του καρχαρία είναι σπάνιο. Αρχαίο. Το βρήκα στο ιντερνέτ».
«Ποσό;»
«120 ευρώ. Αλλά μαζί με το δέσιμο και το μενταγιόν και τα μεταφορικά. από Αυστραλία μου ήρθε. Πιάσε λίγο να δεις πως κόβει». Πέρασα το δάχτυλο μου από τα πλάγια μέρη του δοντιού. Ήταν κοφτερά.
«Όντως», είπα. Χαμογέλασε.
«Αφού σου λέω ρε φίλε. Αξίζει τα λεφτά του».
«Εντάξει αν τα έχεις. Εγω ούτε για τσιγάρα δεν έχω».
«Εσύ ρε μαλάκα θα μπορούσες να κάνεις τα πάντα. Μου φαίνεται παράξενο.»
«Λες ε;»
«Εμ».
«Τέλος πάντων. Άντε γεια μας», είπα και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια. Σταμάτησε και με κοίταξε από πάνω ως κάτω.
«Άφραγκος ε; Χμ... Να σου πω... Έχεις μηχανάκι; Δεν έχεις μηχανάκι;»
Κούνησα το κεφάλι καταφατικά.
« Θες να βγάλεις 50 ευρώ;» ρώτησε.
«Ναι για πες».
«Θα πάμε να εκβιάσουμε κάτι τύπους».
«Εντάξει».

Μου έδωσε ραντεβού την άλλη μέρα το μεσημέρι στην εκκλησία της Αποκάλυψης στο κέντρο. Στο σπίτι δυσκολεύτηκα κάπως να διαλέξω τα ρούχα που έπρεπε να βάλω, δεν ήξερα τι ρούχα φοράει κάποιος που πάει να εκβιάσει κάτι τύπους. Φόρεσα κάτι πρόχειρο και ελαφρύ για να μπορώ να τρέξω και καθώς ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, απόλαυσα τη βόλτα με το μηχανάκι. Έφτασα στην εκκλησία και πάρκαρα. Βρήκα εκεί τον Αλέκο και άλλους δυο. Ο ένας σαραντάρης με κοντό μαλλί, μεγάλη φαβορίτα, σπασμένη πλακουτσωτή μύτη και τεράστιο λαιμό. Ύποπτος. Ο άλλος ήταν ένας εικοσάρης ψηλόλιγνος με trendy στενά ρούχα που έσφιγγαν το καλλίγραμμο κορμάκι του. Είμαι σίγουρος ότι και τους δυο θα τους είχε ψαρέψει σε κανένα συνοικιακό γυμναστήριο. Δημιουργήσαμε κάτι σαν συνωμοτικό πηγαδάκι.
«Λοιπόν», είπε ο Αλέκος χωρίς να με συστήσει στους άλλους δυο. «Πρώτα θα πάμε σε ένα σουβλατζίδικο. Αυτός ο τύπος χρωστάει κάτι ενοίκια και κάτι ρεύματα από το προηγούμενο μαγαζί που είχε. Εσείς δε θα μιλάτε . Άπλα θα είστε σοβαροί. Όχι χαμογέλα και τέτοια».
Συμφωνήσαμε.
«Άφησε εδώ το μηχανάκι. Εδώ δίπλα είναι».
Περπατήσαμε τσαμπουκαλεμένοι στο κέντρο της πόλης λες και παίζαμε σε γουέστερν. Ο Αλέκος μπροστά και εμείς οι άλλοι τρεις από πίσω. Μας έδειξε με το βλέμμα το μαγαζί. Ήταν ένα σουβλατζίδικο που από τον ισχνό γύρο που γυρνούσε στη βιτρίνα καταλάβαινες ότι δεν είχε και πολύ δουλειά. Μπήκαμε μέσα. Ο μαγαζάτορας φορούσε μια λερωμένη άσπρη ποδιά ήταν μόνος του και αναποδογύριζε αφηρημένος κάτι πίτες με μια μασιά. Ο Αλέξης χτύπησε με δύναμη τη γροθιά του στο πάγκο δίπλα στη ταμιακή.
«Κατάστημα...»
Ο σουβλατζής τρόμαξε και γύρισε απότομα.
«Ναι...»
«Τι θα γίνει ρε με αυτά που χρωστάς;»
«Ποια χρωστάω;»
«Ρε μη μου κάνεις το χαζό», επέμεινε ο Αλέκος και με μια απότομη κίνηση παρέσυρε με το χέρι του ένα μπουκαλάκι κέτσαπ, μια μουστάρδα και ένα πλαστικό κεσεδάκι με χαρτοπετσέτες, Αυτά έπεσαν κάτω στο λιγδιασμένο πάτωμα με θόρυβο.
«Φύγετε από δω» φώναξε ο σουβλατζής.
«Ρε θα στα κάνω λίμπα», έκανε ο Αλέκος ατάραχος και τον έκοψε άσχημα με το βλέμμα.
«Καλά», υποχώρησε ο σουβλατζής. «Πες στον κυρ Αργύρη θα περάσω από το καφενείο αύριο. Θα τα βρούμε».
«Δεν θες να μας ξαναδείς εδώ», είπε ο Αλέκος και τον έδειξε απειλητικά με το δάχτυλο. Ύστερα σήκωσε απότομα το πόδι του με την μπάικερ μπότα του και κλότσησε την ταμιακή που έφυγε από τη θέση της και έπεσε με ένα κρότο από τη μέσα πλευρά του πάγκου.
«Τσογλάνια», μουρμούρισε ο μαγαζάτορας.
«Τι είπες;» φώναξε ο Αλέκος. Ο άλλος δεν απάντησε και χάθηκε πίσω από τον πάγκο να μαζεύει την ταμιακή μηχανή.
Ο Αλέκος μας έκανε ένα νόημα με το μάτι ότι φεύγουμε. Βγήκαμε έξω.
«Δεν θες να μας ξαναδείς εδώ», επανέλαβε ο Αλέκος καθώς έβγαινε τελευταίος από τη πόρτα.
«Δεν το θες αυτό!», είπε και ο ψηλόλιγνος. Βγήκαμε έξω.
«Δεν είπαμε εσείς δεν θα μιλάτε;»
«Σόρρυ», ειπε ο ψηλόλιγνος.
«Ωραία. Πάμε να πάρουμε τα μηχανάκια και πάμε πάνω στη Καλλιθέα να βρούμε έναν άλλον».
Τον πλησίασα καθώς περπατούσαμε στο δρόμο.
«Εγώ δε το έχω πολύ ρε Άλεξ».
«Μα γιατί ρε; Άραξε, δε κάνεις τίποτα. Άπλα στέκεσαι να φαινόμαστε πολλοί, δε θα κάνεις τίποτα».
«Καλά».

Ανεβήκαμε στα μηχανάκια και διασχίσαμε όλη τη πόλη κατά πάνω στο κάστρο. Στο τέλος καταλήξαμε σε μια μικρή γειτονιά έξω από μια πολυκατοικία, φάτσα στα χαλάσματα. Το κάστρο ήταν το σήμα κατατεθέν της πόλης μας και το διέκρινες σχεδόν από παντού. Είχα μπει μέσα στο κάστρο μόνο μια φορά τυχαία όταν ήμουν μικρός, όπως άλλωστε συνηθίζεται σε όλο τον κόσμο, κανείς δεν πηγαίνει τόσο συχνά να θαυμάσει τα αξιοθέατα της δίκης του πόλης. Είχε μέσα κάτι ανόμοια πέτρινα σκαλιά αραδιασμένα εδώ κι εκεί, χαμηλοτάβανα μισογκρεμισμένα δωματιάκια και χορταριασμένα, παρατημένα πλακόστρωτα. Από ένα σημείο πάνω-πάνω στο τοίχος, φαινόταν όλη η άσχημη πόλη μας μέχρι τη θάλασσα. Το κάστρο το είχαν φτιάξει λέει, για να προστατεύονται από τις εισβολές των πειρατών. Τα τείχη βέβαια δεν ήταν και τόσο ψηλά, εγώ αν ήμουν πειρατής, και ειδικά τη νύχτα, δε θα δυσκολευόμουν να μπω μέσα και να λουτέψω τις περιουσίες των κατοίκων. Έκτος βέβαια και αν μου πετούσαν τίποτα καυτά λάδια. Θα ήμουν όμως πειρατής; Δε νομίζω. Όλοι ταυτίζονται με τους πειρατές και παίρνουν το μέρος τους. Στην πραγματικότητα αν ζούσαμε τότε, κάνεις μας δε θα ήταν πειρατής. Θα ήμασταν οι οικογενειάρχες που θέλουν να προστατέψουν τη μικρή τους περιούσια. Αν μπορούσαμε να ήμαστε πειρατές τότε, θα ήμασταν και τώρα.
Παρκάραμε τα μηχανάκια απέναντι από το κάστρο και περιμέναμε. Άναψα ένα τσιγάρο. Ο Αλέκος μας εξήγησε ότι περιμένουμε ένα τύπο που μένει σε αυτή τη πολυκατοικία και όπου να ‘ναι θα γυρίσει από τη δουλειά του. Χρωστούσε λεφτά από παράνομο στοίχημα. Εμείς δε θα κάναμε τίποτα, άπλα θα τον κυκλώναμε για να μη φύγει.
Ήταν ένα στενό δρομάκι με αφημένα αυτοκίνητα και από τις δυο πλευρές του δρόμου και ίσα- ίσα χωρούσε να περάσει στριμωχτά ένα όχημα. Οι πολυκατοικίες αραδιασμένες γύρω μας και στοιβαγμένες η μια δίπλα στην άλλη, όλες παλιές, φτιαγμένες κάπου στη δεκαετία του εξήντα, με στραπατσαρισμένα θυροτηλέφωνα, γδαρμένα αυτοκόλλητα κλειδαράδων και βρόμικες εισόδους. Είχε όμως ωραία θέα από εδώ πάνω, λες και έβλεπες ένα μάτσο πεταμένα μπάζα τσιμέντου. Για αυτό την λέγαν και Καλλιθέα. Η πόλη μας είναι άσχημη αλλά η θέα είναι ωραία. Περιμέναμε κανένα μισάωρο ώσπου πέρασε από πίσω μας ένα άντρας με βαρύ βήμα, έκανε να βγάλει τα κλειδιά για να ανοίξει την εξώπορτα της πολυκατοικίας.
«Γιαννέλος!» Φώναξε ο Αλέκος. Αυτός ο ταλαίπωρος γύρισε και μας κοίταξε. Ήταν χοντρός με καράφλα, ενώ πίσω το μαλλί του ήταν λιγδωμένο και πιασμένο στο ύψος του σβέρκου με ένα λαστιχάκι σε μια ασθενική κοτσιδούλα σαν πινελάκι πουαντιγισμού. Στο αριστερό του αφράτο αυτί ψευτογυάλιζε ένα σκουλαρίκι απομίμηση διαμαντάκι. Από πάνω φορούσε ένα ιδρωμένο κάτω από τα στήθη μοβ πουκάμισο που ήταν μισό έξω από το φαρδύ του παντελόνι και μισό μέσα. Τα βλέφαρα του ήταν παχιά και χαμηλωμένα κρύβοντας τα μισά ασπράδια των ματιών.
«Ρε Τζέρι. Εσύ είσαι ρε;» Είπε ο Αλέκος με έκπληξη.
«Άλεξ!»
«Εσύ είσαι ο Γιαννέλος ρε μαλακά;» Τον ρώτησε ο Αλέκος
«Ναι ρε μαλακά. Γεράσιμος Γιαννέλος».
«Ήρθα να σε δείρω ρε μαλακά».
«Όχι ρε μαλάκα... Από ποιον;»
«Από το κυρ Αργύρη.»
«Φτου... Γαμώτι μου. Ρε μαλάκα όχι» Είπε αγανακτισμένος ο Τζέρι και χτύπησε το μπούτι του με τη παλάμη. Έβγαλε ένα τσιγάρο με γρήγορες αγχωτικές κινήσεις, ψάρεψε μέσα από το πακέτο έναν αναπτήρα, το άναψε και μας πλησίασε. Εμείς περιμέναμε «Δεν έχω μια», είπε στο τέλος.
«Ε για αυτό ήρθα να σε δείρω ρε μαλάκα».
Ο Τζέρι μας κοίταξε έναν- έναν παραπονεμένος.
«Ρε μαλάκα όχι. Τι να πω... Όχι ρε παιδιά. Δεν έχω μία αυτή τη στιγμή».
«Μαλακίες... ρε πούστη», έκανε ο Αλέκος και γύρισε δεξιά αριστερά το κεφάλι του απογοητευμένος και έκανε ένα βήμα προς τον Τζέρι.
«Τι να κάνουμε; Πες του θα έχω δυο χιλιάρικα την άλλη βδομάδα. Ρε Αλέκο... Όχι ρε Αλέκο. Μη κάνεις μαλακίες. Περιμένω κάτι λεφτά την άλλη βδομάδα ρε Αλέκο», είπε ο Τζέρι και σήκωσε αμυντικά την παλάμη του στο ύψος του στήθους του Αλέκου.
«Ποια άλλη βδομάδα ρε μαλακά. Εγώ κάνω μαλακίες ή εσύ;»
«Μα δεν έχω μια», ξανάπε ο Τζέρι. Ο Αλέκος με μια απότομη κίνηση του έχωσε μια σχεδόν γεμάτη γροθιά στο πρόσωπο κάπου ανάμεσα στη μύτη και το μάγουλο. Ο Γεράσιμος έπιασε το πρόσωπο του και έσκυψε. Μουρμούριζε και έβριζε. Απομάκρυνε το κεφάλι και κοίταξε τα χέρια του. Η μύτη του έτρεχε αίμα.
«Είσαι μαλάκας ρε Αλέκο. Είσαι μαλάκας ρε Αλέκο. Είσαι μαλάκας...»
«Τι να κάνω κι εγώ ρε;» Απολογήθηκε ο Αλέκος.
«Ε, τι, τι να κάνεις ρε μαλάκα Αλέκο;» Γκρίνιαξε ο Τζέρι. « Τι να σου πω τώρα... Πες του την άλλη βδομάδα»,
«Εντάξει. Άντε πήγαινε να πλυθείς.»
«Ναι. Άντε τα λέμε παιδιά», μας χαιρέτισε ο Τζέρι κρατώντας τη μύτη του και μπήκε στη πολυκατοικία.

«Μαλακίες», είπε ο Αλέκος μέσα στα δόντια του και καβάλησε την τσόπερ. Οδηγήσαμε μέχρι το κέντρο. Η φασαριόζα εξάτμιση ξεσήκωνε τις γειτονίες. Σταματήσαμε στην εκκλησιά της Αποκάλυψης. Με πλησίασε και έβγαλε ένα πάκο χαρτονομίσματα από τη τσέπη του. Μου έδωσε ένα πενηντάρικο.
«Ευχαριστώ».
«Τίποτα. Να σου πω; Ψήνεσαι για μεθαύριο ίδια φάση».
«Μπα.» Απάντησα. «Έχω κανονίσει κάτι άλλο.»
«θα είναι πιο χαλαρά», επέμεινε.
«Μπα μωρέ. Έχω κανονίσει κάτι άλλο. Έχω να πάω σε μια παρουσίαση βιβλίου».
«Α... Εντάξει. Θα τα πούμε αν είναι».
«Τα λέμε». Έκανα ένα νεύμα και στους άλλους δυο, έβαλα μπρος το μηχανάκι και πήρα το δρόμο για το σπίτι. Είχε αρχίσει να απογευματιάζει όλο και πιο σύντομα. Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά και δεν με είχαν καλέσει καν σε μια παρουσίαση βιβλίου μέχρι τώρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου