Ενα online Μυθιστόρημα, Νίκος Χατζόπουλος

Ενα online Μυθιστόρημα, Νίκος Χατζόπουλος.

Το παρόν μυθιστόρημα απευθύνεται σε ενηλίκους και απαγορεύεται η ανάγνωση του σε άτομα κάτω των 18 ετών.

Ως μυθιστόρημα:

1) Κάθε πρόσωπο και συμβάν είναι στη σφαίρα της φαντασίας και κάθε σχέση με πραγματικά πρόσωπα και συμβάντα είναι συμπτωματική.

2) Ότι γράφεται εντός ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας και δεν πρέπει να λαμβάνεται ως γεγονός , συμβουλή,παραίνεση (κτλ.)

της πραγματικότητας .

3) Απαγορεύεται:

α) η αναδημοσίευση μέρους ή ολόκληρου του κείμενου χωρίς την απαραίτητη αναφορά στο όνομα του συγγραφέα.

β) η χρησιμοποίηση μερών ή ολόκληρου του κείμενου για εμπορικούς ή διαφημιστικούς σκοπούς.


Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

2) Το Σπίτι



Το σπίτι είναι μια χαμηλή μονοκατοικία περιτριγυρισμένη από άλλες χαμηλές μονοκατοικίες και βρίσκεται σε ένα στενό δρόμο της πόλης που κατοικείται από χαμηλόμισθους εργάτες που κάνουν παιδιά που θα έχουν κι αυτά χαμηλούς μισθούς.
Αρχικά αντικρίζεις ένα μικρό κήπο και μια πράσινη φθαρμένη καγκελόπορτα. Στον κήπο υπάρχει μια ψηλή δασύφυλλη λεμονιά, μια ασθενική ελιά και δυο τριανταφυλλιές βυθισμένες σε τενεκέδες στο χρώμα της σκουριάς. Στο τελείωμα του κήπου στέκονται τρεις σιδερένιες καρέκλες με ξεφλουδισμένη άσπρη μεταλλική επένδυση και ένα ασορτί τραπέζι με τζαμί. Το τραπέζι έχει πάνω ως συνήθως βρεγμένα φύλλα που αφήνουν στάμπες στο γυαλί και ένα μαύρο πλαστικό τασάκι από βουλκανιζατέρ. Ο πάππους τον πρόσεχε πολύ τον κήπο, τώρα πρέπει να τον προσέχω εγώ. Έχει ένα λάστιχο, και πρέπει να ποτίζω τα φυτά για κανένα τεταρτάκι μια δυο φορες την βδομαδα. Δεν είναι και πολύ δουλειά.
Μέσα το σπίτι έχει παλιά αταίριαστα μεταξύ τους έπιπλα από διάφορες δεκαετίες. Μερικά από το 60 και αλλά από το 80. Οι τοίχοι είναι άσπροι και σε μερικά σημεία ξεφλουδισμένοι. Με το που μπαίνεις στην είσοδο βλέπεις το σαλόνι που από πάντα μύριζε σαν αίθουσα χορού. Αριστερά στο χολάκι είναι το υπνοδωμάτιο με ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι και μια άσπρη εντοιχισμένη ντουλάπα. Στην άκρη του δωματίου κάτω από το παράθυρο αντανακλά ένας βαρύς, οβάλ καθρέφτης κιτρινισμένος στις άκρες που τον κρατάει όρθιο ένα κόκκινο έπιπλο με πολλά- πολλά μικρά συρτάρια.
Τέλος έχω μια ωραία κουζίνα με μαρμάρινο νιπτήρα και μια γκαζοκουζίνα δίπλα στο κοντό παλιό ψυγείο. Τέρμα στο βάθος είναι η τουαλέτα με την μικρή ντουζιέρα και ένα πλαστικό κρεμασμένο καθρέφτη μπάνιου με εκείνο το ανοιχτο γαλανό χρώμα που σε παραπέμπει κατευθείαν σε κάμπριο αυτοκίνητο της δεκαετία του ‘70.

Βέβαια ένα σπίτι δε φτάνει από μόνο για να κάνεις οτιδήποτε. Πρέπει και να έχεις και μια δουλειά για να το συντηρήσεις. Εγώ βέβαια είμαι άνεργος όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι που συναναστρέφομαι.
Ο φιλος μου ο Λούης όταν τον ρωτάνε τη δουλειά κάνει, λέει:
«Είμαι άνεργος... άεργος πως το λένε;»
«Μα είναι διαφορετικά πράγματα», τον διορθώνουν αυτοί.
«Αλήθεια...;» απαντάει αυτός.

Το να είσαι άνεργος τις περισσότερες φορές επηρεάζει πιο πολύ τους άλλους πάρα εσένα. Γονείς, οικογένεια, φίλους, συγγενείς , το κράτος και όλους αυτούς που αρέσκονται να βάζουν κανόνες στους διπλανούς τους.
Όποτε μιλάω και με τους δικούς μου γονείς, όλο μου κοπανάνε ότι είμαι άνεργος. Που το πηγαίνουν που το φέρνουν όλο εκεί το γυρνάνε. Ως συνήθως αρχίζουνε λέγοντας : “Είχαμε κανένα νέο...” . Εγώ κάνω πως δε καταλαβαίνω;
«Τι νέο;» ρωτάω.
«Να καμιά δουλειά....»

Μετά από δέκα μέρες στο σπίτι του παππού και μπορώ πλέον να πω ότι νιώθω άνετα. Σήμερα το πρωί αποφάσισα να μπω στο ίντερνετ να κοιτάξω για καμιά δουλειά. Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν κατοίκησα το σπίτι, ήταν να τοποθετήσω στο τραπέζι τον υπολογιστή και να κάνω βόλτες με το ασύρματο δέκτη μπας και βρω σήμα να κλέψω σύνδεση ιντερνέτ. Οι περισσότερες ήταν κλειδωμένες , ένας είχε ονομάσει την σύνδεσή του: denexeiallotzampa
Το μόνο που έλειπε τώρα ήταν μια δουλειά. To καλοκαίρι είχα δουλέψει για κανένα μήνα γκαρσόνι αλλά το χειμώνα είναι αλλιώς. Τι δουλειά μπορείς να κάνεις τον χειμώνα; Έπρεπε να αποφασίσω για ποια δουλειά είμαι φτιαγμένος; Ίσως έτσι κάτι απλό, χωρίς άγχος, στο δικό μου χρόνο. Η αλήθεια είναι ότι κανένας δε σε πληρώνει για να κάνεις κάτι που σου αρέσει. Για να πληρωθείς πρέπει να κάνεις κάτι που σε βασανίζει. Βέβαια, σιγά-σιγά το αγαπάς, το εκτιμάς και αρχίζεις να ενδιαφέρεσαι για αυτό. Κάτι σαν το γάμο από προξενιό.
Θα προτιμούσα μια δουλειά που να μην έχω κανέναν πάνω από το κεφάλι μου, ίσως έτσι να κάτσω και να γράψω ένα σενάριο για καμιά ταινία ή για κανένα σίριαλ στη τηλεόραση. Εκεί είναι τα λεφτά, στην τηλεόραση. Έχω ακούσει ότι στα σίριαλ πληρώνουν δυο χιλιάδες ευρω το επεισόδιο στους σεναριογράφους. Να γυρίσεις ας πούμε δεκαοχτώ επεισόδια, 36 χιλιάρικα. Γράφεις ένα σίριαλ κάθε τρία χρόνια και ζεις βασιλικά. Το τελευταίο καιρό στριφογυρνάει μια φαινομενικά καλή ιδέα για σίριαλ στο μυαλό μου. Η ιδέα του σεναρίου είναι κάπως έτσι: Υπάρχει μια κοπελίτσα που κάτι έχει κάνει. Είναι ωραία και παράξενη. Δε ξέρω ακόμα τι έχει κάνει, αλλά έχει πειράξει κάτι κακούς τύπους. Στο πρώτο επεισόδιο θα την κυνηγάνε οι κακοί να την σκοτώσουν και θα βρει καταφύγιο σε ένα σπίτι που μένουν άτομα με ειδικές ανάγκες. Θα μπουν και οι κακοί, θα γίνει εκεί μια εμπλοκη, και μετά όλο το σίριαλ θα καταπιάνεται με το κυνήγι της κοπελίτσας από τους κακούς, όπου φυσικά την κοπέλα θα την βοηθάνε τα άτομα με τις ειδικές ανάγκες. Αυτοί δε θα είναι τυχαίοι, θα είναι άτομα πολύ κουλ. Θα έχουμε έναν που θα έχει απώλεια βραχυπρόθεσμης μνήμης και θα ξεχνάει ανά πέντε λεπτά τα πάντα. Μια άλλη θα έχει ναρκοληψία και θα κοιμάται σε άσχετες στιγμές. Έναν άλλον που θα φοβάται-κάτι άσχετο- όπως ας πούμε τις ηλεκτρικές συσκευές, μια γιαγιά που θα πετάει βρισιές συνέχεια και γενικά έτσι με χιουμοριστική διάθεση θα έχουμε πέντε-έξι τέτοια άτομα. Θα τους κυνηγάνε οι κακοί και αυτοί όλο και θα τους ξεφεύγουν με λίγο τύχη και ενώνοντας τις ιδιαιτερότητες τους.

Ίσως βέβαια μπορώ να πάω και κατευθείαν για τα πολλά λεφτά γράφοντας ένα κορυφαίο σενάριο που θα το πουλήσω σε κάποια διεθνή εταιρία παραγωγής ταινιών και θα μεταμορφωθώ αυτομάτως σε Κροίσο. Ύστερα θα νοικιάσω μια βίλα με τρεις ορόφους τζαμαρίας πάνω σε ένα βράχο του ατλαντικού, θα κάνω πάρτι με πανέμορφες νεαρές καλλιτέχνιδες με στητά στήθη και σηκωμένα χείλη και πλατύστερνους, νεαρούς, μικρούς Απόλλωνες με ξανθές μπούκλες και σχηματισμένους λαγόνες. Θα διαβάζουμε ποίηση και θα τρώμε σταφύλια. Θα έχω για μουσική λάιβ έναν γερασμένο ερωτικόν τραγουδιστή παγκόσμιας κλάσης που θα τον πληρώνω αδρά και θα έχει καφεμοβ πρόσωπο από το σολάριουμ και φιλαριστά ασημένια μαλλιά. Καθώς θα πίνω το ουίσκι μου σκυμμένος στο πουλ μπαρ, θα ερχετε με το μικρόφωνο πάνω από τον ώμο μου και θα τραγουδάει. “ Love! Oh Oh! “
«Καλά δε βλέπεις ότι σκέφτομαι τώρα» , θα του λέω και θα τον βάζω στη θέση του. Ύστερα θα κοιτάω την θάλασσα δήθεν με νόημα και θα σπρώχνω το ποτήρι στον νεαρό καλλίγραμμο μπάρμαν που εκτός από μπάρμαν θα τον έχω για να πηδάει όλα αυτά τα νεαρά κορίτσια καθώς εγώ θα βαριέμαι. «Ζούμε ένα όνειρο ε;» θα λέω στον μπάρμαν «Τα όνειρα είναι για τους κοιμισμένους.» Θα μου απαντάει αυτός σιάχνοντας το μοβ βελούδινο παπιονάκι του πάνω στο γιακά.
Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω κανένα πραγματικά καλό σενάριο στο μυαλό μου για ταινία αλλά πριν κανένα χρόνο έτσι πως ξάπλωνα και ετοιμαζόμουν να κοιμηθώ μου ήρθε ο τρόπος, η λύση, η απάντηση σε αυτούς που λένε ότι δεν υπάρχει φόρμουλα για ένα επιτυχημένο σενάριο ταινίας. Οι περισσότερες, πολύ επιτυχημένες ταινίες, έχουν δυο βασικά στόρι. Το ένα στόρι είναι με μέντορα και μαθητή. Κλασσική συνταγή. Έχεις έναν νέο σε πρόβλημα που βρίσκει ένα δάσκαλο και σιγά - σιγά ο δάσκαλος του μεταδίδει την πολύχρονη γνώση και εμπειρία του. Το δεύτερο είναι οι ταινίες με κάποιον που περνάει μέσα από ένα Γολγοθά όπου μοιάζει απροσπέλαστος και τελικά όχι μόνο τα καταφέρνει αλλά βγαίνει από όλο αυτό αλώβητος και κερδισμένος. Αυτός είναι οι δυο συνταγές και ούτε καν μπορώ να φανταστώ τι θα γίνει αν τις αναμίξεις και γράψεις ένα σενάριο. Παγκόσμια επιτυχία!
Έγραψα «Διαγωνισμοί Διηγήματος» στη μηχανή αναζήτησης του ίντερνετ. Ίσως να μπορώ να γράψω ένα διήγημα και να το στείλω σε κανένα διαγωνισμό να βγάλω λεφτά. Πόσο δύσκολο θα είναι να γίνεις συγγραφέας; Δεν νομίζω να είναι και τόσο δύσκολο. Βλέπεις τον άλλον δουλεύει δέκα ώρες στην οικοδομή ακροβατώντας στις σκαλωσιές. Ο άλλος δώδεκα ώρες σε ένα γραφείο πατώντας κουμπάκια στο πληκτρολόγιο. Άλλος νοικιάζει όλη μέρα ομπρέλες σε παραλίες κάτω από τον καυτό ήλιο και άλλος είναι σε ένα υπόγειο πάνω από μια ραπτομηχανή δίπλα σε δεκάδες άλλους με ραπτομηχανή. Αν όλες αυτές τις ώρες εσύ γράφεις διηγήματα, πολύ πιθανό στο τέλος να γράψεις κάτι καλό. Υπάρχει όμως και εκείνο το μικρο μυστικό που λέει, πως για να ξεπεράσεις τον εαυτό σου και να φτιάξεις ένα αριστουργηματικό έργο τέχνης, πρέπει να έχεις στο μυαλό σου κάποιον που είσαι ερωτευμένος μαζί του. Χωρίς τη μούσα λέει, όλες οι τέχνες είναι μάταιες. Ή ίσως η ζωή είναι μάταιη. Λυπάμαι τους ανθρώπους, και ένας από αυτούς είμαι και εγώ, που δεν είναι ερωτευμένοι. Η μόνη ώθηση στο ουδέτερο κενό του σύμπαντος είναι ο έρωτας. Ως συνήθως η διαδικασία είναι να λες: «Καλά είμαι και τώρα». Όμως η διαφορά του ανθρώπου από τον άνθρωπο είναι ο έρωτας. Αν έχεις τον έρωτα δε ξέρεις αν είσαι πλούσιος ή φτωχός αν είσαι ψεύτικος ή αληθινός. Δεν είσαι τίποτα παρά μόνο αυτό που θέλει ο άνθρωπος που είσαι ερωτευμένος. Δεν βλέπεις παρά τον εαυτό σου μέσα του. Όλες οι ώρες μοιάζουν μια αναμονή για να είσαι κοντά στον εαυτό σου που θα ανταλλάσσει κουβέντες, συναισθήματα και αγγίγματα με τον έρωτα σου. Τόσο κατακλυσμικός είναι ο έρωτας. Είναι μόνο αυτή. Ξυπνάς με τη σκέψη της. Κοιμάσαι με τη σκέψη της. Την θέλεις δίπλα σου για να είσαι εσύ, για να είσαι ο καλύτερος εαυτός που είχες ποτέ. Για να γίνεις καλύτερος υδραυλικός, σεναριογράφος, τηλεφωνητής , σκουπιδιάρης ή σκουπίδι, ένα αριστουργηματικό σκουπίδι που αιωρείται στο μαύρο σύμπαν αλλά τουλάχιστον είσαι δίπλα σε έναν άνθρωπο που σε κάνει καλύτερο, κάτι είναι κι αυτό.
Βρήκα στο ίντερνετ έναν διαγωνισμό διηγήματος για φέτος. Η παράδοση έπρεπε να γίνει μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου και τα αποτελέσματα θα τα ανακοίνωναν μέσα Μαΐου. Είχα τρεις μήνες μπροστά μου. Μπορούσα να γράψω ένα διήγημα σε τρεις μήνες που αν το διάβαζε ο Τσέχωφ θα του έπεφτε το μουστάκι. Είχε μουστάκι ο Τσέχωφ ή δεν είχε; Μάλλον θα είχε , εκείνη την εποχή όλοι είχανε μουστάκι.
Τον διαγωνισμό τον διοργάνωνε ένα πολιτιστικό κέντρο, είχε θέμα το κρασί και οι κριτές ήταν κάτι πετυχημένοι συγγραφείς και ποιητές. Πως γίνεσαι πετυχημένος ποιητής; Ίσως πρέπει να έχεις καμιά δεκαπέντε χιλιάδες γνωστούς σε καίρια σημεία του συστήματος, να πηγαίνεις σε εγκαίνια από γκαλερί και επιπλέον να είσαι χοντρομπούτης, να φοράς στρόγγυλα μυωπικά γυαλάκια και να έχεις χλομά χείλη και πλαδαρά δάχτυλα με αρρωστημένα νύχια που πιάνουν χαλαρά ένα ποτήρι κρασί μπροστά σε ένα γκροτέσκο πίνακα που το θέμα του είναι να αναρωτιέται τι είναι τέχνη. Ύστερα γυρνάει αργά, θεατρικά το ασθενικό κεφάλι του και σου λέει :
«Είμαι ποιητής».
«Άσε μας ρε φίλε».
«Μα είμαι σου λέω».
«Ουστ από δω!»
Πρώτο βραβείο του διαγωνισμού διηγήματος, δυο χιλιάδες ευρώ. Αν κέρδιζα θα έκανα αρχοντικές διακοπές. Δεύτερο βραβείο, πεντακόσια ευρώ. Δεν είναι άσχημα τα πεντακόσια ευρώ, με πεντακόσια ευρώ πηγαίνεις ένα μήνα διακοπές στα ελληνικα νησιά και τρως κάθε τρεις μέρες σε ταβέρνα. Τρίτο, τέταρτο και πέμπτο βραβείο, δωροεπιταγή εκατό ευρώ για βιβλία. Κι αυτό καλό. Αντί να ξαναδιαβάζω τα βιβλία της βιβλιοθήκης του δήμου και να τους παρακαλάω να φέρουν κανένα καινούργιο θα έπαιρνα έξι - εφτά βιβλιαράκια για το καλοκαίρι και θα ήμουν αρχηγός.
Αυτός ο διαγωνισμός φαινόταν αρκετά δημοφιλής, έστελναν διηγήματα πολλά άτομα από ότι διάβασα σε ένα φόρουμ. Στους ορούς συμμετοχής έλεγε ότι έπρεπε να βάλεις ψευδώνυμο για να είναι τάχα αντικειμενικό. Εντάξει μπορεί να είναι αντικειμενικό, γιατί να μην είναι; Επίσης είχε όριο 1000 λέξεις. Μπορώ να πω διάφορα σε 1000 λέξεις. Το μόνο που έμενε, είναι να σκαρφιστείς μια καλή ιστορία. Αυτό μάλλον είναι το εύκολο μέρος, το δύσκολο είναι να ερωτευτείς και συνάμα να μπορείς να γράψεις ενώ είσαι ερωτευμένος.
Η αλήθεια όμως παραμένει να είναι ότι πρέπει να βρω μια κανονική δουλειά. Αυτό που εννοούνε όλοι κανονική δουλειά σημαίνει ότι πρέπει να γαμιέσαι και σωματικά και ψυχολογικά. Οι άλλες δεν είναι κανονικές δουλείες, μόνο αυτές που σε καταρρακώνουν είναι κανονικές δουλειές. Η διαδικασία της καριέρας είναι ψυχοφθόρα με όλες αυτές τις μαζεμένες καινούργιες φάτσες να σε παρατηρούν ερευνητικά. Καινούργια αφεντικά, καινούργιοι υπεύθυνοι, καινούργιοι προϊστάμενοι, καινούργιοι υφιστάμενοι, καινούργιοι ανταγωνιστικοί υπάλληλοι. Δεν θέλω να ανταγωνιστώ κανέναν όταν ξυπνάω το πρωί. Θα ήθελα να πηγαίνω στη δουλειά, να γίνομαι ένα ρομπότ και να γυρνάω σπίτι. Αντί να γράψω διηγήματα βεβαία θα μπορούσα να κάνω κάτι πιο πρακτικό όπως να δουλέψω στη διαφήμιση ας πούμε . Ένας ήρωας του Όργουελ το είχε κάνει αυτό. Στο τέλος πέτυχε γράφοντας στιχάκια για διαφημίσεις και ήταν μια χαρά ευτυχισμένος.
Εντόπισα μια αγγελία που έλεγε:



Ύποπτη αγγελία. Αν ήταν τόσα καλά όσο τα λέει, θα είχαν καλυφθεί όλες οι θέσεις με το πρώτο μικρό κυματάκι της λαοθάλασσας των υπερπροσοντούχων άνεργων. Από την άλλη βέβαια, αν πετύχεις καμιά συνέντευξη που δίνουν καταξιωμένοι πάμπλουτοι καριερίστες, όλοι λένε ότι ξεκίνησαν από χαμηλά φτιάχνοντας καφέδες και κάνοντας θελήματα. Το ότι ο πατέρας τους είχε δική του κλινική ή ήταν μεγαλοεργολάβος δεν έπαιξε κανένα ρόλο. Εκτός αυτού όλοι ήταν φτιαγμένοι από μικροί για την επιτυχία στο συγκεκριμένο αντικείμενο, ο τραγουδιστής τραγουδούσε από μικρός κρατώντας ανάποδα μια βούρτσα, ο σχεδιαστής ρούχων έραβε ρούχα για τα κουκλάκια του, και ο αρχιτέκτονας κατασκεύαζε σπίτια με τουβλάκια από μικρός, λες και εμείς οι άλλοι που είμαστε άνεργοι δε τα κάναμε αυτά. Το θέμα βέβαια είναι ότι υπάρχουν ελπίδες. Θα γίνω διαφημιστής και μπορώ άνετα να λέω σε μια μελλοντική συνέντευξη ότι από μικρός έβλεπα διαφημίσεις. Φυσικά δε θα γίνω κανένας τυχαίος, θα γίνω ένας πετυχημένος διαφημιστής που θα πλένει τα μυαλά των καταναλωτών με ένα κούνημα από το μικρό του δαχτυλάκι. Θα είμαι τόσο καλός που θα πηγαίνω στη δουλειά κατά της έντεκα. Όλοι θα πηγαίνουν στις οχτώ κι εγώ στις έντεκα. Θα μου έχουν γραφείο στον δέκατο έβδομο όροφο με μεγάλη τζαμαρία που θα βλέπει το λιμάνι. Θα κάθομαι κανένα δίωρο έτσι αραχτός να πίνω τον καφέ μου και να διαβάζω τα μέιλ μου και τις πρωινές εφημερίδες. Υστέρα θα με παίρνει τηλέφωνο η ιδιαιτέρα του διευθυντή.
«Πήρα να σας ενημερώσω πως έχετε μίτινγκ στις δυο στο γραφείο παρουσιάσεων».
«Εντάξει Γιάννα. Ευχαριστώ. Εσύ τι κάνεις μωρό μου; Πως είσαι;» Θα την ρωτάω. Τώρα δεν θα μπορούσα πότε να αποκαλέσω μια κοπέλα μωρό μου. Αλλά όντας επιτυχημένος θα μπορώ.
«Μια χαρά είμαι», θα μου λέει και θα μου το κλείνει γρήγορα- γρήγορα γιατί τα έχει με το αφεντικό.
Θα πηγαίνω στο μίτινγκ αργοπορημένος με χαλαρωμένη γραβάτα σκονισμένα παπούτσια και μπερδεμένο μαλλί. Θα γυρίζουν όλοι να με κοιτάξουν και ο διευθυντής θα στραβομουτσουνιάζει. Υστέρα θα κάθομαι άκρη-άκρη στο ημικυκλικό τραπέζι και θα λέω «Παρακαλώ συνεχίστε. Συγνώμη για την καθυστέρηση.» Έτσι θα είμαι, γιάπης αλλά και καλά μάγκας. Υστέρα θα κάνω σταυροπόδι και θα πιάνω το μούτρο μου με το χέρι για να δείχνω ότι προσέχω. Η γκόμενα που είναι σηκωμένη στο πίνακα και παρουσιάζει την πρόταση της, συνεχίζει. Προσέχω στο μπλουζάκι τα στήθη της και θυμάμαι πως η δεξιά της ρώγα είναι μεγαλύτερη. Μετά από κανένα τέταρτο και αφού έχουν πει και οι άλλοι τρεις-τέσσερις τις μηδενικής φαντασίας, προτάσεις τους, διακόπτω και λέω κάτι όπως. «Τι θα λέγατε για το: Ζμπιμ και Ζμπομ μόνο του Γιάννου το ζαμπόν
«Αυτό είναι!» Θα φωνάζει ο διευθυντής εκστασιασμένος. «Αυτό θα βάλουμε!» Θα μου ρίχνει ένα περήφανο και επιτιμητικό βλέμμα και εγώ θα κουνάω το κεφάλι σαν να γνωρίζω το νόημα της ζωής. «Να ‘σαι καλά! Τι θα κάναμε χωρίς εσένα;»
Το απόγευμα θα πηγαίνω για μπίρες με τους αγαπημένους μου φίλους. Θα είναι κι αυτοί επιτυχημένοι. Θα φοράνε σακάκια και πουκάμισα με ανοιχτά τα πρώτα κουμπιά έτσι που να ξεχωρίζουν οι γυμνασμένοι τένοντες στο λαιμό τους κάτω από το περιποιημένο γένι τους. Τα μαλλιά τους θα είναι κοντά και γυαλιστερά και τα μάτια τους θα έχουν μικρές ρυτίδες στην άκρη. Θα καθόμαστε με τις μπίρες στα χέρια σε μια ακριβή μπιραρία στο κέντρο της πόλης και θα γελάμε. «Τι τέλεια που διασκεδάζουν αυτοί». Θα σκέφτονται όσοι μας κοιτάν και ειδικά οι ζητιάνοι και οι μικροπωλητές. Όλες οι γυναίκες που ξάπλωσαν στο κρεβάτι μας ήταν γκομενάρες. Πότε- πότε περνάει και από καμιά μπροστά από την μπιραρία. «Τι κάνεις Μίνα;» Θα της λέω. Θα έχει μεζ μαλλί , περασμένη μια τσάντα στον ώμο της και θα φοράει πανάκριβα ρούχα στα χρωματα σεληνιακού τοπίου. Θα κοντοστέκεται και τα τακούνια της θα σταματάνε το τοκ-τοκ. «Γεια σου, τι κάνεις; Να μόλις ήμουν στα δικαστήρια και τώρα πάω πάλι στο γραφείο», θα μου λέει με κάποιο ενθουσιασμό και οι κόρες των ματιών της θα παίζουν κάτω από το μακιγιάζ ενώ θα σκύβει να φιλήσει με δυο αεράτα φιλιά τα αντρικά μου αγριεμένα μάγουλα. Ύστερα θα φεύγει και όλη η παρέα θα κοιτάζει τον κώλο της. «Καλό μουνί η Μίνα», θα σχολιάζει ένας από τους πετυχημένους φίλους μου παίζοντας τα κλειδιά από το τζιπάκι στα χέρια του ενώ κάθεται σε ένα άνετο σταυροπόδι. Το βράδυ θα φτάνω στο καινούργιο υπέροχο διαμέρισμα μου στο κέντρο της πόλης. Θα ξεκλειδώνω τις 4 κλειδαριές και θα απενεργοποιώ τον συναγερμό με τα 12 ψηφία. Θα μπαίνω μέσα στο σπίτι και πρώτα πρώτα θα θαυμάζω χωρίς να το θέλω τη μοντέρνα κουζίνα μου. Ύστερα θα ξαπλώνω και θα αυνανίζομαι γρήγορα για να με πάρει ο ύπνος αλλά για να κοιμηθώ νωρίς ώστε να πρέπει να ξυπνήσω εγκαίρως για να αργήσω.

Πήρα τηλέφωνο για τη θέση του διαφημιστή. Μου μίλησε μια ευγενική γυναικεία φωνή που φαινόταν συνηθισμένη να απαντά στα τηλέφωνα για την συγκεκριμένη αγγελία. Αφού της επιβεβαίωσα ότι είχα τα απαραίτητα προσόντα, μου έκλεισε ραντεβού σε δυο μέρες.

Μετά από δυο μέρες έβαλα τα καλά μου ρούχα, έφτιαξα το μαλλί και ξεκίνησα. Το κτήριο ήταν στο κέντρο της πόλης. Άφησα το μηχανάκι στην αρχή του κέντρου για να κάνω και μια βόλτα έτσι με τα πόδια. Ωραία είναι να τριγυρνάς στο εμπορικό κέντρο της πόλης. Είναι όλοι με τις σακουλίτσες τους από τα ψώνια και περπατάνε δίπλα-δίπλα καλοντυμένοι και τακτικοί. Κοιτάνε βιτρίνες και ύστερα βαδίζουν γρήγορα συζητώντας ανάμεσα από τις αναπνοές τους. Εγώ κάνω πως δε με νοιάζει τίποτα και περπατάω με ψηλά το κεφάλι. Έτσι τάχα άτομο, ότι δήθεν είμαι από άλλη πάστα. Νιώθω διαφορετικός. Νιώθω διαφορετικός σε ένα κόσμο που ο καθένας νιώθει διαφορετικός.
Φτάνοντας στο κτήριο της διαφημιστικής εταιρίας, διάβασα τα θυροτηλέφωνα. Ήταν στο δεύτερο όροφο. Ανέβηκα τις σκάλες και άνοιξα τη γυάλινη πόρτα. Ο χώρος ήταν μεγάλος με ψηλό ταβάνι και βαμμένος στο χρώμα του οινοπνεύματος. Είχε διάφορα καφεμπέζ γραφεία αραδιασμένα με τα περισσότερα να έχουν από πίσω τους περιποιημένες κοπελίτσες. Στα δεξιά με το που μπήκα ήταν το κλασικό κομοδίνο της γραμματέως με την κλασική εντοιχισμένη γραμματέα με τα κοκάλινα γυαλιά και το ανοιχτό πουκάμισο να δείχνει λίγο στήθος. Οι περισσότερες από αυτές δε πιστεύω να έχουν καν μυωπία, πρέπει να τις αναγκάζουν να τα φοράνε αυτά τα γυαλιά.
«Χαίρετε», είπα.
«Γεια σας κύριε. Πως μπορώ να σας βοηθήσω;» Ρώτησε, ενώ συνάμα με κοιτούσε από πάνω ως κάτω σαν να μου έλεγε: “σε κατάλαβα ότι αυτά τα ρούχα τα φοράς μια στο τόσο και κανονικά ντύνεσαι σαν λέτσος.” Ήταν γύρω στα τριάντα, είχε λίγα παραπάνω μαγουλάκια, κάστανο καρέ κομμωτηρίου με μύτες, μικρά χείλη και καθαρό λευκό δέρμα. Ανάμεσα από τα τρία ανοιχτά κουμπιά του πουκάμισου έπεφτε μια λεπτή χρυσή αλυσίδα με έναν πλατινένιο σταυρό. Σίγουρα τα είχε χρόνια με κάποιον παντρεμένο που της πλήρωνε τις εξόδους , τα ταξιδάκια, και που και που της έπαιρνε κανένα ακριβό δώρο. Τον περιμένει μπας και χωρίσει αλλά δύσκολα. Δε μπορεί να τα έχει με μικρούς. Βαριέται τα παιδιαρίσματα τους. Ακόμα και όταν είναι σοβαροί είναι σαν να κάνουν πως είναι σοβαροί, όλα νομίζουν ότι είναι παιχνίδι. Θέλει κάποιον ώριμο και ωραίο, από 42 μέχρι 49 που να τα έχει χοντρά. Που να βρεθεί όμως τέτοιος ανύπαντρος; Με το δικό της τα έχουνε 2 χρόνια αλλά δεν τον βλέπει να χωρίζει. Έχει και τρία παιδιά. Ετοιμάζεται να τον παρατήσει. Πρέπει να κάνει κι αυτή παιδιά, δε πάει άλλο. Πολύ του κάθισε του μαλάκα. Τώρα ξέρει τα κόλπα . Στον επόμενο δε θα του χαριστεί, θα τον πάρει φαλάγγι. Δε θα τον αφήσει να πάρει ανάσα. Θα τον χωρίσει από τη γυναίκα του στο εξάμηνο.

«Έχω κλείσει ραντεβού για μια συνέντευξη».
«Όνομα;»
Της ειπα.
Κοίταξε τα χαρτιά της πίσω από το γραφείο.
««Θα σας συνοδεύσω στο χώρο των συνεντεύξεων». Με συνόδευσε πίσω από ένα τοίχο κατασκευασμένο με γυψοσανίδες και μέσα τους μικρές σαν κουμπωμένες πάνω τους, λαμπίτσες. Στήθηκε απέναντι μου, σήκωσε το χέρι της σαν τροχονόμος και μου έδειξε ένα μικρό σαλονάκι με ένα γυάλινο τραπέζι.
«Περιμένετε εκεί και θα έρθει η κοπέλα σε λίγο».
Αυτό που μου είπε, μου έφερε συνειρμικά στο μυαλό τη σκέψη ότι ποτέ δεν έχω πάει στις πουτάνες, έχω μπει μέχρι το σαλονάκι, έχω δει την κοπέλα, αλλά ποτέ δεν έφτασα μέχρι το δωμάτιο. Πρέπει κάποτε να το δοκιμάσω, έστω και μια φορά να δω πως είναι. Κάθισα στο καναπεδάκι . Από πάνω μου και δεξιά είχε κρεμασμένο ένα μακρόστενο αντίγραφο του Κλιμτ σε επιχρυσωμένο ξύλινο λεπτό κάδρο. Στο γυάλινο τραπεζάκι έστεκε ένα μοντέρνο ανόμοιο βαζάκι με ψεύτικα πλαστικά λουλούδια. Περίμενα και επειδή δεν είχα τι να κάνω άρχισα να προσπαθώ να ξεκολλήσω ένα μαύρο κυκλικό πλαστικό που εφάρμοζε στο πλάγια του ποδιού από το σιδερένιο τραπέζι. Τελικά το ξεκούμπωσα αλλά δυσκολευόμουν να το ξαναβάλω. Η οπή στο τραπεζάκι ήταν πολύ μικρή και το πλαστικό ενώ είχε ένα τσουνί για να εφαρμόζει, δεν ξαναμπαινε με τιποτα. Προσπάθησα πολύ να το ξαναβάλω εκει που ανήκε αλλά συνεχεία μου ξέφευγε και ξεγλιστρούσε από το σκοπό του.

Τσουνί


Μετά από κανένα δεκάλεπτο άνοιξε μια γυάλινη πόρτα και εμφανίστηκε η κοπελίτσα με ένα γκρίζο ταγεράκι ένα πόντο κάτω από το γόνατο και ένα κίτρινο φάκελο υπό μάλης. Τα τακούνια της χτυπούσαν καθώς με πλησίαζε. Είχε ωραίες γάμπες σφιγμένες μέσα σε ένα διάφανο μαύρο καλσόν. Έφτασε κοντά μου και μου πρότεινε το χέρι της. Έκρυψα το πλαστικό εξάρτημα του τραπεζιού στη τσέπη μου, σηκώθηκα λίγο και κάναμε χειραψία μόνο με τα δάχτυλα. Μου χαμογέλασε και της χαμογέλασα. Καθίσαμε σε ορθή γωνία. Ένωσε τις ρώγες των δάχτυλων μεταξύ τους σχηματίζοντας μια μπάλα και έβγαλε ένα «Λοιπόοον».
Αυτό με τα δάχτυλα θα της το είχαν μάθει σε κάποιο σεμινάριο διοίκησης εργαζομένων. Μάλλον το έκανε λάθος, γιατί δε με έπεισε καθόλου ότι μετά από αυτό το λοιπόν, θα ακολουθούσε κάτι σημαντικό. Το σακάκι από το ταγεράκι της, ψηλά εκεί που ενωνόταν τα δυο πέτα άφηνε να φανεί λίγο στήθος . Ήταν μελαχρινή με τραβηγμένα τα μαλλιά σε κότσο χαμηλά στο σβέρκο. Το πρόσωπο της ήταν κάπως αυστηρό με πολύ μάσκαρα και ένα ελαφρύ κόκκινο κραγιόν. Στην άκρη από τα μαγουλά της, δίπλα στα αυτιά ξέφευγαν μερικές μαύρες φύτρες και υπόνοιες φαβορίτας μεσογειακής γυναίκας. Η λαϊκή σοφία λέει ότι αυτές οι τριχωτές γυναίκες είναι ερωτικές. Αλλά η λαϊκή σοφία όλο αυτό κάνει. Παίρνει τα άσχημα και τάχα σου λέει είναι καλά. Αυτοί με τη μεγάλη μύτη, έχουν και μεγάλο τσουτσούνι, αν χάσεις στα χαρτιά θα κερδίσεις στην αγάπη, οι κοντοί είναι έξυπνοι, κάθε εμπόδιο σε καλό και τέτοια.
Άνοιξε το φάκελο στο τραπέζι και έβγαλε από μέσα μια σελίδα με κάτι που έμοιαζε με εκτυπωμένο ερωτηματολόγιο και το κράτησε μπροστά της κρύβοντας το με τον χαρτονένιο φάκελο. Ξεκούμπωσε και τον στυλό από το ντοσιέ και με ρώτησε διεύθυνση, ηλικία και οικογενειακή κατάσταση. Ύστερα σπουδές.
Απαντούσα μονολεκτικά.
«Τι είναι αυτή η δουλειά μπορώ να μάθω;»
«Θα σας ενημερώσω σύντομα», με καθησύχασε.
Άρχισε να εξηγεί ότι είναι μια διεθνής επιτυχημένη εταιρία. Πολύ επιτυχημένη εταιρία. Μα πάρα πολύ επιτυχημένη εταιρία. Έχει την έδρα της στην Αμερική και ότι όσοι δουλεύουν εδώ, έχουν πολλές πιθανότητες να γίνουν επιτυχημένοι. Επίσης μου είπε ότι ψάχνουν νέους ανθρώπους με όρεξη για δουλειά , οι οποίοι θα είναι πως το λένε .... committed... στην επιχείρηση και θα τη νιώθουν σαν δίκια τους όπως θα τους νιώθει και αυτή.
«Και τι ακριβώς είναι η συγκεκριμένη δουλειά;»
«Αρχικά περνάτε το πρώτο μέρος της συνέντευξης».
«Ναι...»
«Και αν περάσετε στο δεύτερο και τελευταίο μέρος της συνέντευξης τότε θα σας αναλύσουμε και με τι καταπιάνεται η συγκεκριμένη εργασία».
«Πως θα περάσω στο δεύτερο μέρος;»
«Θα σας τηλεφωνήσουμε».
«Πότε;»
«Σε λίγες μέρες».

Στο δρόμο του γυρισμού σκεφτόμουν ότι αύριο έχω γενέθλια. Κλείνω τα εικοσιοκτώ. Μπορεί, αυτή που αρχίζει να είναι και η τυχερή μου χρονιά. Τι μπορεί...στάνταρ.



1 σχόλιο: